Το όνομα της Καλλιόπης Χάσκα ακούγεται όλο και πιο συχνά στην καλλιτεχνική ζωή της πόλης τα τελευταία τρία χρόνια, από τότε που επέστρεψε, ύστερα από πέντε χρόνια στην Αμερική, τρία στη Βοστόνη, όπου σπούδασε με υποτροφία στο Berklee, και δύο στο Λος Άντζελες. Όταν γύρισε στην Αθήνα, στα 27 της, όλα της φάνηκαν καινούρια. Το πρώτο της καλοκαίρι στην Ελλάδα ήταν και εκείνο που πήγε για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, κάτι που μοιάζει σχεδόν παράδοξο για ένα κορίτσι που είδε την πρώτη της παράσταση, την "Ανδρομάχη", πριν καν κλείσει τα τέσσερα.
"Όταν γύρισα, ένιωθα πάρα πολύ ευγνωμοσύνη μέσα μου που δουλεύω, που άνθρωποι θέλουν να συνεργαστούν μαζί μου, που υπάρχουν δουλειές, που βγαίνουμε έξω και δεν υπάρχει κορονοϊός. Δε θεωρούσα τίποτα δεδομένο" τονίζει. Ούτε τώρα τα θεωρεί. "Η αρχή της άνοιξης στην Αθήνα είναι μια αναγέννηση" μου λέει.
Η επαγγελματική αρχή έγινε με τη σειρά "Μάγισσα". Ακολούθησε η διεθνής παράσταση "Ρωμαίος και Ιουλιέτα", ενώ σήμερα τη βλέπουμε στη σειρά "Grand Hotel" του ANT1 και στην ταινία "Τελευταία κλήση". "Τις προάλλες με αναγνώρισε κάποιος και μου είπε: "Α, είσαι από την "Τελευταία κλήση”;". Χάρηκα πολύ, γιατί παιζόταν μόλις τέσσερις ημέρες". Μιλά για την ταινία με εμφανή υπερηφάνεια. "Είμαι πολύ υπερήφανη γι’ αυτή την ταινία. Την έχω δει τρεις φορές πηγαίνοντας με διαφορετικές παρέες φίλων. Είναι ωραίο να είσαι υπερήφανος για μια δουλειά στην οποία συμμετέχεις, γιατί μια ταινία, μια σειρά ή μια παράσταση είναι η σύνθεση πολλών παραμέτρων. Ο ηθοποιός έχει να κάνει με πολύ λίγα πράγματα. Οπότε, το να είσαι μέρος μιας ταινίας και να νιώθεις υπερήφανος είναι μια πολύ ωραία συγκυρία, ευχάριστη και δύσκολη μαζί. Σημαίνει ότι κάπως ευθυγραμμίστηκαν τα αστέρια όλων. Αυτό που έχει η ταινία και είναι πολύ σπουδαίο είναι η πρώτη ύλη. Είναι πολύ σπάνιο, ειδικά στην Ελλάδα αλλά και γενικότερα, να βρίσκεις καλά σενάρια. Αν δεν είναι καλό το σενάριο, ό,τι κι αν βάλεις από πάνω δε φτιάχνεται. Με τους καλύτερους ηθοποιούς, την καλύτερη παραγωγή, όλα τα χρήματα, δε θα λειτουργήσει χωρίς σενάριο".
Παράλληλα, σημειώνει: "Ένα μεγάλο θέμα στην Ελλάδα είναι ότι πολλές φορές πηγαίνουμε για ποσότητα αντί για ποιότητα. Η ποσότητα δε θα σου φέρει ποτέ ποιότητα. Η ποιότητα μπορεί να σου φέρει ποσότητα. Όταν πας για ένα καλό αποτέλεσμα, υπάρχει περίπτωση να βγάλεις χρήματα, αν πουλήσεις και στο εξωτερικό. Πέρα από το σινεμά, το βλέπεις και συνολικά. Το βλέπεις στην εκπαίδευση και στο πώς το κράτος επιλέγει να επενδύσει στην τέχνη, πόσο λίγο και πόσο μη στοχευμένα. Εγώ πήγα σε δημόσια σχολεία στην Ελλάδα και δεν είχα ποτέ μάθημα τέχνης, γιατί στη Ρόδο δε διόριζαν δάσκαλο Καλλιτεχνικών. Και φίλοι μου στην Αθήνα μπορεί να είχαν απλώς μια δασκάλα που τους έκανε ζωγραφική". Η σύγκριση με την Αμερική έρχεται σχεδόν φυσικά στη συζήτηση. "Στην Αμερική, όπου σπούδασα θέατρο και μουσική, φαίνεται ξεκάθαρα η διαφορά στο εκπαιδευτικό σύστημα. Φυσικά, δεν είναι αλάνθαστο, αλλά ο στόχος δεν είναι να μάθεις έτοιμη γνώση. Ο στόχος είναι η δημιουργία, το πώς θα σου δώσω τα εργαλεία για να δημιουργήσεις". Και συνεχίζει: "Στην Αμερική θεωρώ ότι οι άνθρωποι πετυχαίνουν στις τέχνες και στον αθλητισμό με τη βοήθεια του εκπαιδευτικού συστήματος Στην Ελλάδα πετυχαίνουν παρά τον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Δεν μπορώ να διανοηθώ πώς ο Λάνθιμος έχει φτάσει εκεί που έχει φτάσει ή πώς πέτυχαν αθλητές όπως ο Αντετοκούνμπο, για παράδειγμα. Οι άνθρωποι αυτοί πέτυχαν κόντρα στο σύστημα, καθώς ο μηχανισμός δε φροντίζει να θρέψει τα δημιουργικά κομμάτια".
Η εμπειρία του εξωτερικού άλλαξε και τον τρόπο που βλέπει τη χώρα. "Επειδή έλειπα πολλά χρόνια, θυμάμαι, όταν έφυγα, όλοι να λένε διάφορα για την Ελλάδα. Υπάρχει μια τάση να μιλάμε αρνητικά για τη χώρα μας. Μετά πήγα στο εξωτερικό και είδα ότι και εκεί οι άνθρωποι κακολογούν τη δική τους χώρα. Όπου κι αν έχω πάει, συμβαίνει το ίδιο. Καταλαβαίνω γιατί γίνεται, αλλά, όταν γύρισα, προσπαθούσα να δω τι μπορώ να κάνω η ίδια μέσα σε αυτό. Για ό,τι δεν υπάρχει ήδη ίσως ανοίξει ένα παράθυρο για να υπάρξει. Αντί να λέω "η χώρα έτσι, η χώρα αλλιώς”, προσπαθώ να δω πού υπάρχει χώρος για να δημιουργηθεί κάτι. Νομίζω ότι αυτό δίνει ένα πιο θετικό mindset. Δεν κλαις μόνο τη μοίρα σου για όσα δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις, αλλά ψάχνεις πώς θα κάνεις αυτά που επιθυμείς".
Η ίδια αντιμετωπίζει τη δουλειά με συνέπεια και σχεδόν απόλυτη αφοσίωση. Δεν τη βλέπει σαν βάρος, αλλά σαν κάτι οργανικό, σχεδόν αναγκαίο. "Έχω δώσει την υπόσχεση στον εαυτό μου ότι, όποια δουλειά κι αν κάνω, θα την κάνω με την ίδια σοβαρότητα και το ίδιο μεράκι. Αν δεν έχω όρεξη να το κάνω αυτό, καλύτερα να μην το κάνω εγώ, να το κάνει κάποιος άλλος. Αυτό είναι που έχω αποφασίσει. Επειδή έχω περάσει δύσκολα χρόνια, αν δεν ήθελα πραγματικά να κάνω αυτή τη δουλειά, θα την είχα αφήσει και θα έκανα κάτι πιο σταθερό, με λιγότερο ψυχικό κόστος".
Μιλά με την ίδια σαφήνεια και για τη δουλειά ως επάγγελμα. "Αυτό που κάνω είναι το πάθος μου, είναι και δουλειά. Από αυτό ζω. Δεν το κάνω μόνο για να θρέφω την ψυχή μου. Και θεωρώ, ειδικά επειδή είμαι νέα γυναίκα, ότι πολλές φορές έχω βρεθεί να διαπραγματεύομαι χρήματα που δεν αντικατοπτρίζουν τη δουλειά μου. Και κανενός τη δουλειά, εδώ που τα λέμε. Θέλει κότσια να πας σε έναν άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας και να του πεις: "Εγώ κάνω αυτό και θεωρώ ότι έτσι πρέπει να πληρωθώ, για να μπορώ να το κάνω και να ζω από αυτό”. Για να είναι δουλειά μου και όχι χόμπι. Γιατί, αν είναι χόμπι, τότε θα κοστολογηθεί αλλιώς και θα δώσω και άλλο αποτέλεσμα". Και συμπληρώνει: "Καταλαβαίνω τους ανθρώπους που ενδίδουν, γιατί μπορεί να ψάχνουν δουλειά χρόνια και να μη βρίσκουν. Αν όμως κάποιοι μπορούν να κρατηθούν και να πουν "όχι”, ώστε να μη δημιουργείται προηγούμενο ότι κάποιος θα το κάνει για πενταροδεκάρες, θεωρώ ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Πόσο μάλλον για τις γυναίκες, γιατί, δυστυχώς, ζούμε σε μια κοινωνία όπου η γυναίκα θα πάρει το 0,8 του ευρώ αντί για 1 ευρώ που θα πάρει ένας άνδρας, ή και λιγότερο, για την ίδια δουλειά ή και περισσότερη".
Η εμπειρία της Αμερικής της άφησε και έναν πιο προσωπικό τρόπο να βλέπει τη δουλειά. "Ένα από τα πράγματα που "ακούμπησαν” πολύ μέσα μου εκεί –δεν ξέρω αν το είχα ήδη από το σπίτι ή αν μου γεννήθηκε στην πορεία– ήταν η έννοια της αρτιότητας. Από μικρή ήθελα ό,τι κάνω να το κάνω καλά". Και συνεχίζει: "Δεν ξέρω αν μπορώ να τα κάνω όλα ή αν θα μου έρθουν όπως θέλω. Ξέρω όμως πως θα βάλω δουλειά και ότι η αυτοπεποίθηση πρέπει να χτίζεται από μέσα. Για μένα το σημαντικό είναι να είμαι καλός άνθρωπος, να συμπεριφέρομαι καλά στους άλλους και να κάνω τα πράγματα για τους σωστούς λόγους. Τότε δε φοβάμαι αν θα "λειτουργήσει”. Γιατί τι σημαίνει να μη λειτουργήσει; Μπορεί να μη μου βγει το ένα, αλλά θα μου βγει κάτι άλλο".
Αυτή η στάση δεν είναι τυχαία. Έχει τις ρίζες της πολύ νωρίτερα. "Όταν ήμουν μικρή, είχα διαφορετικές προσλαμβάνουσες, αλλά δε σημαίνει ότι ήταν καλύτερες, απλά ήταν άλλες. Οι γονείς μου είχαν ζήσει πολλά χρόνια στη Γερμανία, γύρισαν στη Ρόδο, παντρεύτηκαν και γεννήθηκα εγώ. Γι’ αυτό το σπίτι μας διέφερε σε σχέση με τα άλλα, από τη μουσική που ακούγαμε μέχρι τα διαβάσματα και τις συζητήσεις για πολιτική και τέχνη. Η ίδια άρχισα να αντιλαμβάνομαι τη διαφορά όταν πήγα σχολείο και κοινωνικοποιήθηκα, εκεί ένιωθα ότι δεν ξέρω τίποτα. Θυμάμαι ότι στην Α' Δημοτικού τα παιδιά μιλούσαν για το καινούριο CD της Δέσποινας Βανδή και εγώ γύρισα στο σπίτι και ρώτησα: "Εμείς γιατί δεν ακούμε Δέσποινα Βανδή;”". Η αίσθηση αυτή την
ακολούθησε για χρόνια. "Ένιωθα ότι μου λείπει γνώση, όχι ότι έχω. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω τι σημαίνει διαφορετική γνώση ή διαφορετικές προσλαμβάνουσες. Έβλεπα μόνο αυτό που μου έλειπε. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα τα πλεονεκτήματα".
Στο σπίτι υπήρχε πάντα έντονη η παρουσία της τέχνης. "Η μητέρα μου ήταν επιμελήτρια Τέχνης πριν γίνει καθηγήτρια πανεπιστημίου, οπότε είχαμε πολλά έργα στο σπίτι. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πόσο χρήσιμα ήταν όλα αυτά, ειδικά για τη δουλειά που κάνω. Η οικογένειά μου παραμένει πολύ σημαντική. Συζητάμε πολύ και πολλές φορές μου προτείνουν αναγνώσματα για ρόλους που δουλεύω, κείμενα που δε θα μου πρότεινε κάποιος άλλος".
Κάπου εκεί η συζήτηση επιστρέφει στο ουσιαστικό. "Μιλάμε τόση ώρα για τη δουλειά και τη δημιουργική διαδικασία, αλλά, ουσιαστικά, ένα πράγμα είναι σημαντικό: να είμαστε καλοί άνθρωποι και να βρίσκουμε καλούς ανθρώπους. Ακούγεται απλοϊκό, αλλά δεν είναι. Νομίζω ότι είναι η βάση όλων των πραγμάτων. Και η τέχνη τι είναι; Ένας τρόπος να εκφράσουμε την ανθρώπινη φύση. Όχι μόνο την καλοσύνη της, αλλά και τα σκοτεινά της κομμάτια. Για να το κάνεις όμως αυτό, πρέπει να έρχεται από κάπου". Αναγνωρίζει αυτή τη βάση και στο περιβάλλον από το οποίο προέρχεται. "Έρχομαι από ένα τέτοιο περιβάλλον. Η μητέρα μου, πάνω απ’ όλα, είναι καλός άνθρωπος. Και νομίζω ότι γι’ αυτό είναι και τόσο σπουδαίο μυαλό, γιατί είναι πρώτα καλή ψυχή".
Η αναγνωρισιμότητα ήρθε γρήγορα και χωρίς προετοιμασία. "Μου συνέβη πολύ απότομα. Από την πρώτη δουλειά δεν πήγα σιγά σιγά, παρόλο που κι αυτό θα είχε τα πλεονεκτήματά του. Τώρα μαθαίνω πώς θέλω να κινούμαι. Δεν είχα χρόνο να το διαχειριστώ πιο προστατευμένα". Και κρατά αποστάσεις από αυτό που συχνά συνοδεύει την έκθεση. "Το celebrity culture δε μου "μιλάει” καθόλου. Δεν έχω κανένα θέμα με αυτό, ούτε το κρίνω, αλλά εμένα με ζορίζει. Περισσότερο απ’ όσο θα περίμενα. Οπότε, προσπαθώ να το αποφεύγω". Στο τέλος, όταν η συζήτηση πηγαίνει στο μέλλον, η απάντηση παραμένει απλή. "Ο στόχος μου είναι να είμαι καλός άνθρωπος, να συναναστρέφομαι καλούς ανθρώπους και να δίνω αγάπη στην οικογέ-
νειά μου, στους φίλους μου και στη δουλειά μου. Δίνω πολύ απλόχερα την αγάπη εκεί που επιλέγω να τη δώσω και, όταν το κάνω αυτό στη δουλειά μου, λειτουργεί. Δεν έχω φόβο για το πού θα είμαι τα επόμενα 10 χρόνια. Όταν βάζω την ψυχή μου και το μεράκι μου, για μένα λειτουργεί. Και τι σημαίνει "λειτουργεί”; Για κάποιον μπορεί να είναι ένα Όσκαρ, για κάποιον άλλο τα χρήματα. Για μένα είναι να είμαι υπερήφανη για το αποτέλεσμα, να έχω πει μια ιστορία που με αφορά, να έχω υπάρξει δημιουργική στη διαδικασία. Αυτός είναι ο στόχος μου. Να είμαι δημιουργική και να αφήνω ένα θετικό αποτύπωμα, και στον δικό μου κύκλο αλλά και πιο έξω".