Η Φανή Τσατσάια μιλάει με την ακρίβεια ανθρώπου που έχει μάθει να κινείται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: στη σκέψη, τη διαχείριση, την ευθύνη, τη λήψη αποφάσεων υπό πίεση, την ένταση της δημιουργίας και τη χαρά της ζωής. Από τον Οκτώβριο του 2023 βρίσκεται στη θέση της γενικής διευθύντριας του MOMUS, του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης, ενός δημόσιου φορέα που ενώνει πέντε μουσεία: το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, το Πειραματικό Κέντρο Τεχνών και το Μουσείο Άλεξ Μυλωνά στην Αθήνα.
Η ίδια δεν μιλάει ως άνθρωπος που "κατέλαβε" μια θέση. Μιλάει ως άνθρωπος που πέρασε από όλες τις βαθμίδες του μουσείου, έμαθε τη δουλειά από μέσα, είδε την τέχνη στην πράξη πριν έρθει να διοικήσει έναν διευρυμένο δημόσιο θεσμό τέχνης. Συμμετείχε σε έναν απαιτητικό διεθνή διαγωνισμό, με διαδοχικές συνεντεύξεις και ψυχομετρικές δοκιμασίες που χαρτογραφούν όχι μόνο τις δεξιότητες, αλλά και τον τρόπο σκέψης και την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου που καλείται να διοικήσει έναν δημόσιο οργανισμό. "Σε αυτές τις θέσεις δεν μπορείς να προβάλλεις τον χαρακτήρα σου και να πεις "έτσι είμαι εγώ”. Οφείλεις να υπηρετήσεις κάτι μεγαλύτερο από εσένα" τονίζει.
Μια πυρετώδης καθημερινότητα ανάμεσα σε Θεσσαλονίκη και Βενετία
Σήμερα καλείται να κρατάει σε ισορροπία προϋπολογισμούς, ανθρώπους, θεσμικές αποστολές, μεγάλες διοργανώσεις, ομάδες που δημιουργούν σύμπαντα τέχνης και μια καθημερινότητα που σπάνια φαίνεται προς τα έξω. Στη συζήτησή μας η επαγγελματική της διαδρομή απλώνεται με φυσικό τρόπο, από τη Βενετία, όπου έκανε πρακτική στο Peggy Guggenheim Collection, μέχρι και τη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στο ΑΠΘ. Από τη ρωσική πρωτοπορία μέχρι τη μητρότητα, η λέξη "πυρετώδης" δεν αρκεί για να περιγράψει τη ζωή της και την εργασιακή της κατάσταση αυτούς τους μήνες.
Το MOMUS είναι ο εθνικός επίτροπος για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην 61η Μπιενάλε Βενετίας με το έργο "Escape Room" του Ανδρέα Αγγελιδάκη και επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη και η Φανή, ως commissioner, λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ της διεθνούς διοργάνωσης και του υπουργείου Πολιτισμού με άξονα τα εγκαίνια της 7ης Μαΐου. Λίγο μετά, στις 23 Μαΐου, άρχισε η Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης σε επιμέλεια Νάντιας Αργυροπούλου. Από την άλλη, στα μέσα Απριλίου 285 έργα της Συλλογής Κωστάκη, που ανήκει στο MOMUS-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, ήρθαν στην Αθήνα για μια μεγαλειώδη έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη. Πόσες ώρες έχει το 24ωρό της άραγε;
Μαθαίνοντας την τέχνη από την πρώτη γραμμή
Έχει εξαιρετική σημασία, σε μια εποχή που επενδύει στο γρήγορο και το φευγαλέο, το πώς έφτασε η Φανή Τσατσάια σε αυτή την κορυφή που έχει κατακτήσει. Με το που επέστρεψε από τη Βενετία και το Peggy Guggenheim Collection πηγαίνει κατευθείαν στο τότε Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και ζητά να δουλέψει. "Την ίδια μέρα ξεκίνησα" λέει και νομίζω ότι ακόμα και σήμερα νιώθει έκπληξη γι’ αυτό. "Βρέθηκα σε μια έκθεση ρωσικής πρωτοπορίας χωρίς να έχω καμία πραγματική γνώση για τον Τάτλιν και όλους τους σπουδαίους πρωτοπόρους. Και εκεί ένιωσαν ότι κάτι άνοιξε, κάτι τεράστιο εμφανίστηκε μπροστά μου. Σαν να μπαίνεις σε έναν χώρο που κανείς δεν σε είχε προετοιμάσει ότι υπάρχει".
Ακολουθούν χρόνια που δεν διαχωρίζονται σε στάδια, αλλά σε εμπειρίες: ξεναγήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, συγγραφή κειμένων, συνεργασία με επιμελητές, καθημερινή επαφή με το κοινό, η διεύθυνση του Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. "Έχω δουλέψει σε όλα, από τη λεζάντα και την εποπτεία της αίθουσας μέχρι τη σύνταξη και την παρακολούθηση προϋπολογισμών. Ξέρω πώς στέκεσαι μέσα σε έναν χώρο τέχνης, πώς μιλάς, πώς κινείσαι. Αυτά τα έμαθα και στο Guggenheim στη Βενετία, όπου η εποπτεία δεν είναι φύλαξη. Είναι ρυθμός. Με το σώμα σου δίνεις στον επισκέπτη έναν τρόπο να δει".
Η τέχνη δεν είναι μόνο γνώση, είναι εμπειρία
Εκείνη την περίοδο μια εμπειρία στη Βενετία θα αφήσει αποτύπωμα που επανέρχεται ακόμα και σήμερα στον τρόπο που μιλά για την τέχνη. "Είκοσι πέντε χρόνια πριν επισκέφθηκα μια αναδρομική έκθεση του Μπαλτίς στο Palazzo Grassi. Δεν τον ήξερα. Και θυμάμαι ότι έπαθα σοκ". Ακόμα και σήμερα κάποιοι αποφεύγουν να μιλήσουν γι’ αυτόν τον ιδιαίτερο καλλιτέχνη, διστάζουν να προσεγγίσουν το έργο του. "Ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι άλλο πράγμα είναι να έχεις μάθει κάτι από τις εικόνες και τα βιβλία και άλλο να στέκεσαι απέναντί του. Είδα πράγματα που για την εποχή και το περιβάλλον από το οποίο ερχόμουν δεν ήταν αυτονόητα. Και συνειδητοποίησα ότι, τελικά, η τέχνη δεν είναι μόνο γνώση, είναι και εμπειρία, ένας τρόπος να βλέπεις και να αντιλαμβάνεσαι τα ερεθίσματα γύρω σου".
Αυτή η μετατόπιση την οδηγεί και στην επιλογή της να ασχοληθεί σε βάθος με τη ρωσική πρωτοπορία, συνεχίζοντας να προσφέρει το όραμά της στον σύγχρονο πολιτιστικό χάρτη της χώρας.