Το σινεμά ήταν το πρώτο σημείο αναφοράς για τη Σοφία Κόκκαλη. Οι αίθουσες που επισκεπτόταν μικρή στο Πολύδροσο, όπου μεγάλωσε, ήταν ο χώρος όπου γεννήθηκε η επιθυμία να γίνει ηθοποιός. Η σχέση αυτή με τη σκοτεινή αίθουσα δεν άλλαξε ποτέ, είτε κάθεται στη θέση του θεατή είτε βρίσκεται μπροστά από την κάμερα. Φέτος την συναντήσαμε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στον "Βυσσινόκηπο" σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, ενώ από την άνοιξη κυκλοφόρησε και η ταινία "Βγαίνουν μέσα απ’ τη Μάργκο" σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Βούλγαρη.

Harper’s Bazaar Greece: Παίζετε στο Εθνικό Θέατρο, ενώ είστε και απόφοιτη της σχολής του. Δημιουργεί αυτό μια ιδιαίτερη σχέση;
Σοφία Κόκκαλη: Δεν έχω τέτοια σύνδεση. Είναι πολύ ωραία η φιλοξενία, αλλά δεν το βιώνω ως "επιστροφή στο σπίτι" επειδή αποφοίτησα από τη Δραματική του Εθνικού. Όταν ήμουν στη σχολή όμως, υπήρχε ένα πολύ φροντισμένο πρόγραμμα σπουδών και, κυρίως, υπήρχαν σπουδαίοι δάσκαλοι. Αυτό είναι που μου έχει μείνει περισσότερο: οι άνθρωποι που γνώρισα εκεί. Μέσα από αυτή τη συγκέντρωση ανθρώπων δημιουργήθηκαν σχέσεις και εκτιμήσεις που συνεχίζονται και έξω στο επάγγελμα.
"Δεν έχω ένα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο στο μυαλό μου. Άλλωστε, η βιομηχανία του σινεμά στην Ελλάδα δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να μπορείς να κάθεσαι στο σπίτι και να λες συνεχώς "όχι". Το ίδιο ισχύει και για το θέατρο. Μεγαλώνοντας, επίσης, έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι μπορεί να κάνω κάτι και για τα χρήματα."

H.B.GR.: Εσείς πώς φτάσατε, τελικά, στις σπουδές υποκριτικής και στο Εθνικό;
Σ.Κ.: Το είχα πάντα στο μυαλό μου ότι θα ήθελα να είμαι ηθοποιός, αλλά δεν ήξερα πώς γίνεται κάποιος ηθοποιός. Δεν είχα κανέναν στην οικογένειά μου που να σχετίζεται με το θέατρο, το σινεμά ή γενικά με τα καλλιτεχνικά. Με μάγεψε ο κινηματογράφος. Πήγαινα σινεμά στο Πολύδροσο και ένιωθα ότι θα ήθελα κάπως να είμαι μέρος αυτού του κόσμου. Έτσι, άρχισα να σκέφτομαι τις δραματικές σχολές. Έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό και στάθηκα τυχερή που πέρασα. Μέχρι τότε όλα αυτά υπήρχαν περισσότερο ως μια ιδέα στο κεφάλι μου, ούτε καν έβλεπα πολλές παραστάσεις.

H.B.GR.: Το όνειρό σας ξεκινώντας ήταν να παίζετε σε ταινίες;
Σ.Κ.: Αρχικά το όνειρο ήταν απλώς να γίνω ηθοποιός. Η πρώτη μου σύνδεση με την τέχνη, όμως, είχε σίγουρα να κάνει περισσότερο με το σινεμά. Θυμάμαι ότι στην αρχή είχα και μια μικρή αντίδραση με τα πολύ "θεατρικά" πράγματα. Στην πορεία, όμως, αγάπησα το θέατρο και τους κανόνες του, γιατί έχει μια έντονη εμπειρία ζωής: κάνεις μήνες πρόβα, μετά επαναλαμβάνεις την παράσταση, οι σχέσεις που δημιουργούνται είναι πολύ στενές. Βέβαια, στο σινεμά νιώθω πιο ανοιχτή, σαν να λέω "φέρτε μου να κάνω οτιδήποτε". Στο θέατρο είμαι πολύ πιο επιλεκτική.
"Το Φεστιβάλ των Καννών είναι και αρκετά βίαιο. Το βλέπουμε σαν κάτι φανταστικό, αλλά η αστυνόμευση είναι ακραία, η παρέλαση των γελοίων ενδυμασιών επίσης. Είναι σε μεγάλο βαθμό δημόσιες σχέσεις..."

H.B.GR.: Και το σινεμά που έχετε κάνει, όμως, μοιάζει επίσης αρκετά επιλεγμένο, όπως και η τηλεόραση.
Σ.Κ.: Στην τηλεόραση είμαι, πράγματι, με το σταγονόμετρο. Μπορεί να ήρθαν και άλλες δουλειές, που τελικά απέρριψα. Όσο μεγαλώνει κανείς ανοίγει και το πεδίο δοκιμών. Όταν ήμουν πιο μικρή, ένιωθα ότι υπήρχε μια ισορροπία ανάμεσα στην τύχη, τις προτάσεις από ανθρώπους που με ενδιέφεραν και τη δική μου ανάγκη να παραμείνω συγκεντρωμένη σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Πλέον, δεν έχω ένα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο στο μυαλό μου. Άλλωστε, η βιομηχανία του σινεμά στην Ελλάδα δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να μπορείς να κάθεσαι στο σπίτι και να λες συνεχώς "όχι". Το ίδιο ισχύει και για το θέατρο. Μεγαλώνοντας, επίσης, έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι μπορεί να κάνω κάτι και για τα χρήματα.
H.B.GR.: Φιλοδοξίες έχετε ή θεωρείτε ότι η λέξη έχει μια αρνητική χροιά;
Σ.Κ.: Δεν τη θεωρώ αρνητική τη φιλοδοξία. Αυτό με βοήθησε να το καταλάβω ο άνθρωπός μου. Μου είχε πει κάποτε ότι η φιλοδοξία δεν είναι κάτι κακό, είναι μόνο ένα φορτίο ενέργειας που έχεις μέσα σου και πρέπει κάπως να βγει προς τα έξω. Όταν το άзва ακούστηκε αυτό, σκέφτηκα ότι η φιλοδοξία μπορεί να είναι ο αγωγός μέσα από τον οποίο αυτή η ενέργεια θα πατήσει στη γη, θα πάρει μορφή, θα ειπωθεί. Οπότε, είμαι υπέρ της φιλοδοξίας. Η ματαιοδοξία είναι το πρόβλημα. Ή η φιλοδοξία γίνεται προβληματική όταν δε συναντιέται πραγματικά με αυτό που θέλεις.
H.B.GR.: Με τη ματαιοδοξία έχετε συναντηθεί;
Σ.Κ.: Φυσικά, υπάρχουν ακόμη στιγμές. Υπήρξε μια περίοδος όπου ένιωθα κι εγώ ότι η φιλοδοξία μου είχε πάρει ένα πολύ συγκεκριμένο σχήμα που δεν ικανοποιούνταν. Και άρχισα να το αναγνωρίζω και σε άλλους ανθρώπους γύρω μου. Τότε κατάλαβα ότι η ενέργεια είναι δική σου, απλώς χρειάζεται να αλλάξει κατεύθυνση.
H.B.GR.: Είναι μια μορφή αυτογνωσίας η θεατρική παιδεία;
Σ.Κ.: Μου αρέσει περισσότερο να τη σκέφτομαι σαν μια μορφή εκγύμνασης των αδύναμων σημείων. Στο θέατρο νιώθω ότι κάνω ακριβώς αυτή τη διαδρομή. Για έναν ρόλο πρέπει να ανοίξει κάτι μέσα μου: στη φαντασία, στο συναίσθημα, στη σκέψη. Ίσως αυτό είναι που κερδίζουν οι ηθοποιοί, μια βαθύτερη αναγνώριση των δυναμικών του εαυτού τους, πλευρές που ίσως να μην ανακάλυπταν αλλιώς.
H.B.GR.: Όταν αναλαμβάνετε έναν ρόλο, μπαίνετε πάντα με διάθεση αναζήτησης ή υπάρχει και φόβος;
Σ.Κ.: Στον κινηματογράφο έχω ενθουσιασμό από την αρχή. Δε θυμάμαι ποτέ να σκέφτηκα "πώς θα το κάνω αυτό". Στο θέατρο τα πράγματα είναι αλλιώς. Συχνά με οδηγεί περισσότερο η ομάδα: ποιος σκηνοθετεί, ποιοι άνθρωποι υπάρχουν, ποιο είναι το κείμενο. Δεν είμαι ηθοποιός που λειτουργεί με ένα συγκεκριμένο ρεπερτόριο ρόλων. Ο φόβος ίσως εμφανίζεται περισσότερο όταν καταπιάνεσαι με κάτι που έχει ειπωθεί πολλές φορές, που έχει μια ιστορία.
H.B.GR.: Απολαμβάνετε τη διαδικασία να είστε θεατής στο σινεμά;
Σ.Κ.: Δεν υπάρχει πιο ευτυχισμένη στιγμή για μένα από το να κάτσω σε μια σκοτεινή αίθουσα χωρίς καν να ξέρω τι θα δω. Μόνο και μόνο το ότι μοιράζεσαι μια ταινία με άλλους ανθρώπους στα σβηστά φώτα είναι από μόνο του μια εμπειρία. Έχω επενδύσει και σε έναν φανταστικό προτζέκτορα στο σπίτι και απολαμβάνω πολύ να βλέπω ταινίες.
H.B.GR.: Έχετε και μια εμπειρία από το Φεστιβάλ των Καννών. Σας έκανε αυτό να λαχταράτε να ανοίξετε τα φτερά σας στο εξωτερικό;
Σ.Κ.: Το Φεστιβάλ των Καννών είναι και αρκετά βίαιο. Το βλέπουμε σαν κάτι φανταστικό, αλλά η αστυνόμευση είναι ακραία, η παρέλαση των γελοίων ενδυμασιών επίσης. Είναι σε μεγάλο βαθμό δημόσιες σχέσεις. Πήγα πρόσφατα και σε ένα άλλο φεστιβάλ στην Τσεχία, στο Κάρλοβι Βάρι, που είναι σε μια λουτρόπολη. Εκεί κάναμε απλώς λουτρά και βλέπαμε σινεμά σε τεράστιες οθόνες. Όταν προέκυψαν οι Κάννες, υπήρχε η χαρά ότι μπορείς να επικοινωνήσεις τη δουλειά σου σε ένα τόσο μεγάλο φεστιβάλ. Και βέβαια θέλω να ταξιδεύουν οι ταινίες μου και να συνομιλούν με ανθρώπους έξω από την Ελλάδα, γιατί εδώ πολλές φορές οι ταινίες χάνονται.
H.B.GR.: Το κομμάτι της αναγνωρισιμότητας που φέρνει ο κινηματογράφος αλλά και η τηλεόραση πόσο σας αφορά;
Σ.Κ.: Στην αρχή μου προξενούσε μια έκπληξη. Θυμάμαι τότε με τη "Μικρά Αγγλία" να με σταματούν ακόμα και μέσα στην κίνηση και να μου λένε: "Εγώ μ’ εσένα είμαι". Κάποιες φορές σκέφτομαι μόνο ότι μπορεί να μην είμαι πάντα στην ίδια φάση και εκεί προσπαθώ να μη φανώ αγενής. Όταν κάποιος μου πει "σε έχω δει", συνήθως ρωτάω "από πού;". Αν μου πει μια μικρή ταινία που έχει δει ελάχιστος κόσμος, τότε λέω "ουάου". Και εκεί βρίσκεται η χαρά της ανταλλαγής.