Ανήκει σ’ εκείνη τη σπάνια κατηγορία ηθοποιών που δε βιάστηκαν ποτέ να εξηγήσουν τον εαυτό τους. Το θέατρο υπήρξε πάντα ο φυσικός χώρος της Λουκίας Μιχαλοπούλου, ενώ η τηλεόραση μια επιλεκτική συνθήκη. Στους "Αθώους", πουκάνουν πρεμιέρα στο Mega στις 5 Φεβρουαρίου, επιστρέφει με έναν ρόλο που κινείται στο περιθώριο και στην ελευθερία.
Παράλληλα, στην "Ηλέκτρα εντός", σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, συνεχίζει μια διαδρομή βαθιάς αφοσίωσης στο κείμενο, το ρίσκο και στη συλλογική εμπειρία της σκηνής.

Harper’s Bazaar Greece: Αποφεύγετε συνειδητά την τηλεόραση;
Λουκία Μιχαλοπούλου: Το θέατρο είναι ο χώρος όπου αισθάνομαι σπίτι μου. Είναι αυτό που γνωρίζω καλύτερα, που έχω σπουδάσει και μελετήσει, ο τόπος της καθημερινής μου εργασίας. Η τηλεόραση και το σινεμά είναι διαφορετικά είδη, με άλλους ρυθμούς και απαιτήσεις. Δεν τα υποτιμώ καθόλου, αντίθετα, τα θεωρώ τρομακτικά δύσκολα. Γι’ αυτό χρειάζομαι χρόνο και συγκέντρωση για να τα υπηρετήσω όπως πιστεύω. Συνήθως βρίσκομαι σε παραστάσεις ιδιαίτερα απαιτητικές. Το να έχω γύρισμα όλη μέρα και το βράδυ να ανεβαίνω στη σκηνή μου φαίνεται βουνό, αισθάνομαι ότι κάτι από τα δύο θα χάσει. Στους "Αθώους" τα πράγματα συνέβησαν διαφορετικά. Η συνεργασία με τον Νίκο Κουτελιδάκη και τον γιο του Άγγελο, όπως και η διασκευή της Ελένης Ζιώγα, έγινε με μεγάλη φροντίδα.
Οι ρυθμοί ήταν κινηματογραφικοί – μονοκάμερο, χρόνος, προετοιμασία. Δεν ένιωσα ότι βρίσκομαι σε μια τυπική ελληνική τηλεοπτική συνθήκη, κάτι που είχα νιώσει και στον "Όρκο" στην ΕΡΤ.
H.B.GR.: Δεν ξέρω αν το επιλέγετε εσείς ή αν σας προτείνονται μόνο τέτοιοι ρόλοι, αλλά σχεδόν όλες οι ηρωίδες που έχετε ερμηνεύσει είναι δύσκολες.
Λ.Μ.: Η μία πιο δύσκολη από την άλλη (γέλια). Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω παίξει κάτι κωμικό. Το παλεύω, με μεγάλη πίστη να γίνει και, μάλιστα, σύντομα.
H.B.GR.: Άρα δεν ήταν δική σας επιλογή;
Λ.Μ.: Θεωρώ ότι ο ηθοποιός οφείλει να δοκιμάζεται σε όλα. Δεν πιστεύω τόσο στους διαχωρισμούς, ότι κάποιος είναι δραματικός ή κωμικός. Μιλάμε για ανθρώπους, και ο άνθρωπος τα έχει όλα. Με ενδιαφέρουν οι ρόλοι σε έργα που φτάνουν στα άκρα. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι δραματικοί.
H.B.GR.: Η Στεφανία που υποδύεστε στους "Αθώους" το έχει αυτό;
Λ.Μ.: Η διασκευή της Ελένης, βασισμένη στο διήγημα "Κατάδικος" του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ανέπτυξε με ιδιαίτερο τρόπο τους χαρακτήρες. Η Στεφανία είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα του σεναρίου και αυτό είχε για μένα ιδιαίτερο
ενδιαφέρον. Είναι μια παράξενη φιγούρα, σχεδόν σαν ξωτικό του χωριού. Ρεαλιστικά, μια χήρα που ζει στη φτώχεια, πλύστρα του χωριού και, με έναν τρόπο, ιερόδουλη. Στο δικό μου μυαλό μοιάζει λίγο με τη Μαρία Μαγδαληνή, μια γυναίκα που την
περιφρονούν και τη φοβούνται, γιατί εκείνη την εποχή το να σκέφτεσαι και να δρας ελεύθερα δεν ήταν αυτονόητο. Ακολουθεί το σώμα και την επιθυμία της και ακριβώς αυτό γίνεται το μήλον της έριδος που θα αποκαλύψει την αλήθεια.
H.B.GR.: Δε διαφέρει πολύ από μια σύγχρονη γυναίκα, που επίσης δέχεται πυρά αν είναι επιτυχημένη, ανεξάρτητη ή ελεύθερη.
Λ.Μ.: Φυσικά. Ειδικά για εκείνη την εποχή η ηρωίδα έχει χαρακτηριστικά που τότε θεωρούνταν ανδρικά. Έχει πάρει τη ζωή στα χέρια της. Δεν έχει παιδιά και, παρότι οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες, είναι ανεξάρτητη.
H.B.GR.: Τα γυρίσματα έχουν ολοκληρωθεί από το καλοκαίρι. Περιμένετε με αγωνία να δείτε το τελικό αποτέλεσμα;
Λ.Μ.: Οφείλουμε να βλέπουμε τη δουλειά μας, αλλιώς δεν μπορούμε να βελτιωθούμε. Η σχέση με την κάμερα είναι κάτι που στην Ελλάδα δεν το μαθαίνουμε στις σχολές. Είναι ένα πεδίο που το γνωρίζουμε κυρίως μέσα από την εμπειρία. Πρέπει να δοκιμαστείς, να κάνεις λάθη, να δεις τον εαυτό σου και να καταλάβεις τι χρειάζεται προσοχή. Είμαστε λίγο "καμικάζι" οι Έλληνες ηθοποιοί, ειδικά στο σινεμά και στην τηλεόραση.

H.B.GR.: Είστε αντικειμενική ή αυστηρή με τον εαυτό σας;
Λ.Μ.: Μπορεί να είμαι λίγο πιο αυστηρή απ’ όσο χρειάζεται. Προσπαθώ όμως να είμαι αντικειμενική, ειδικά όταν βλέπω τη δουλειά μου για να διορθώσω κάτι. Το να "κοπανάς" τον εαυτό σου δεν έχει ιδιαίτερο νόημα, δε βελτιώνεσαι με αυτό τον τρόπο. Το πιο σωστό είναι, όσο μπορείς, να είσαι αντικειμενικός, ακόμα και με τον εαυτό σου.
H.B.GR.: Είχατε σπουδαίους δασκάλους δίπλα σας. Θεωρεί-
τε ότι η τύχη έπαιξε ρόλο;
Λ.Μ.: Όταν ήμουν μικρότερη, έλεγα συχνά "είμαι τυχερή". Χρησιμοποιούσα πολύ τη λέξη "τύχη". Σήμερα νομίζω ότι σε έναν βαθμό την προκαλούμε κιόλας. Έχω δουλέψει πολύ για ό,τι έχω κατακτήσει. Ήθελα να συνεργαστώ με συγκεκριμένους ανθρώπους και δούλεψα σκληρά ώστε να με θέλουν δίπλα τους. Νομίζω ότι η ιδιοσυγκρασία μου έχει μια ρομαντική πίστη σε αυτό που αγαπάω. Πάντα ήξερα τι θέλω στο θέατρο και αυτό αποδείχθηκε βοηθητικό, γιατί ο χώρος είναι ανοιχτός και, όσο περνάει ο καιρός, ειδικά μετά την πανδημία, έχει γίνει αρκετά χαοτικός.
H.B.GR.: Με ποια έννοια το λέτε;
Λ.Μ.: Όταν τελείωσα τη σχολή, στα είκοσί μου, υπήρχαν συγκεκριμένες εστίες. Μπορούσες να πεις "Θέλω να δουλέψω με τον τρόπο που δουλεύει ο Λευτέρης Βογιατζής", υπήρχε το Θέατρο Αμόρε, υπήρχε το Θέατρο Τέχνης. Τότε έπαιζες μια
ολόκληρη σεζόν σε μία παράσταση. Σήμερα αυτό μοιάζει σχεδόν με επιστημονική φαντασία. Πολλοί ηθοποιοί παίζουν σε τρεις και τέσσερις διαφορετικές παραστάσεις, κάτι που, κατά τη γνώμη μου, δεν ταιριάζει με τη λειτουργία του θεάτρου.
Κάποτε κάθε χώρος είχε ταυτότητα. Σήμερα όλα είναι πολύ πιο σκόρπια, ακόμα και για το κοινό. Μπορεί να λέμε ότι το θέατρο στην Αθήνα ανθίζει, αλλά εγώ δεν το πιστεύω. Το θέατρο ανθίζει όταν υπάρχουν εστίες που επιμένουν σε κάτι.
H.B.GR.: Υπήρχαν στιγμές που πήγατε να παρασυρθείτε και
να αλλάξετε τον τρόπο που δουλεύετε;
Λ.Μ.: Θα είμαι ειλικρινής: έχω χάσει πολλά χρήματα. Το νοίκι, που έχει ξεφύγει πια, με ζορίζει, είναι ένας διαρκής βραχνάς. Θα μπορούσα, αν είχα βάλει λίγο νερό στο κρασί μου, να έχω ένα δικό μου σπίτι. Θα μπορούσα να το έχω καταφέρει με τα χρήματα από αυτή τη δουλειά. Δεν το έκανα. Δε μετανιώνω σε καμία περίπτωση. Με
στενοχωρεί, όμως, η κατάσταση στο θέατρο σήμερα, γιατί είναι ένας τόπος που αγαπάω και στον οποίο δουλεύω. Και με τρομάζει λίγο.
H.B.GR.: Σας σώζει, πιστεύετε, η ρομαντική σας προσέγγιση
στα πράγματα;
Λ.Μ.: Έχω κάτι ρομαντικό μέσα μου. Αγαπάω πολύ το θέατρο. Πιστεύω ότι είναι ένας μαγικός τόπος, όπου μπορούν να γίνουν θαύματα. Ένας τόπος όπου μπορείς να "ξεφοβηθείς" τον θάνατο και όπου ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται.
H.B.GR.: Αν το κάνετε με τον τρόπο που το κάνετε εσείς, είναι
και πολύ κουραστικό.
Λ.Μ.: Αν μια παράσταση δεν έχει αυτή τη λειτουργία, δε με ενδιαφέρει. Πολλές φορές έχω σκεφτεί "Λουκία, μην τα δώσεις όλα, έχεις και αύριο παράσταση". Αλλά δεν είναι έτσι. Για τον θεατή που έρχεται αυτή είναι η μία και μοναδική φορά που βι-
ώνει αυτή την ιστορία. Δεν είναι σωστό να μη δώσεις το καλύτερο που μπορείς, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, ακόμα κι αν κάνεις πεντακόσια λάθη. Το οφείλεις σ’ εκείνον που έρχεται να τη δει.
H.B.GR.: Αυτό έχει να κάνει με τον φόβο της κριτικής ή με
την ευθύνη σας απέναντι στο έργο;
Λ.Μ.: Δεν έχει να κάνει με την κριτική. Υπάρχει, προφανώς, ένα κομμάτι και όταν ήμουν μικρότερη το είχα περισσότερο–,αυτό της ανάγκης για το "μπράβο", της ανασφάλειας που, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει. Αλλά εδώ μιλάμε για κάτι πιο βαθύ, που
έχει να κάνει με τη δική μου λειτουργία.H.B.GR.: Ακούγεται παράξενο να μιλάτε μετά από τόσους σπουδαίους ρόλους για ανασφάλεια. Κάποιος θα πίστευε ότι είστε απόλυτα σίγουρη.
Λ.Μ.: Δεν είμαι καθόλου σίγουρη. Είναι κάτι στο οποίο θα ήθελα να είχα βελτιωθεί. Από την άλλη, αυτό έχει και τα θετικά του. Δεν είναι γοητευτικό να είσαι σίγουρος στη σκηνή. Το θέατρο είναι ρίσκο και η απόλυτη σιγουριά δε βοηθά. Ακόμα και με την "Ηλέκτρα", που την έχω παίξει στην Επίδαυρο μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους και σε περισσότερες από εξήντα παραστάσεις, κάθε φορά νιώθω φοβερό φόβο.
H.B.GR.: Η συνεργασία με τον Δημήτρη Τάρλοου πώς είναι;
Λ.Μ.: Είναι ένα μεγάλο και όμορφο ταξίδι όλη αυτή η εμπειρία με την "Ηλέκτρα". Από αυτές που ξέρεις ότι θα τις θυμάσαι έντονα. Η δουλειά ξεκίνησε από μια προσωπική, μοναχική επαφή με το κείμενο, κάτι που, έτσι κι αλλιώς, πάντα κάνω και μετά εξελίχθηκε σε μια συλλογική διαδικασία, με πολλούς αυτοσχεδιασμούς. Ήταν πολύ ουσιαστικό το ότι ο Δημήτρης θέλησε να μας πάει στην Άνδρο, να μας φέρει σε επαφή με τον τόπο του. Υπήρχε μια παράλληλη συγγένεια με το έργο, με την έννοια της επιστροφής στον τόπο. Δεθήκαμε πολύ ως ομάδα και αυτό αποδείχθηκε καθοριστικό, ειδικά για την περιοδεία, που είναι πάντα ένα μεγάλο στοίχημα όχι μόνο για την παράσταση, αλλά και για τον ίδιο τον θίασο. Μετά από όλο αυτό το ταξίδι επιστρέψαμε στη βάση μας, στο Θέατρο Πορεία.
H.B.GR.: Στην "Ηλέκτρα" τι είναι αυτό που σας γοητεύει;
Λ.Μ.: Είναι πολλά. Με γοητεύει βαθιά η ιστορία, αλλά και η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η παράξενη λούπα στην οποία η Ηλέκτρα επιμένει ξανά και ξανά. Το επαναστατικό της στοιχείο: "Θα πενθώ όσο θέλω και όπως θέλω". Η δύναμή της μέσα από την αδυναμία, η πίστη της, η εμμονή της. Επίσης, με ενδιαφέρει πάρα πολύ το μεταφυσικό της στοιχείο, ο τρόπος που αντιλαμβάνεται και επικοινωνεί με τον άλλο κόσμο.
H.B.GR.: Ένας άνθρωπος, για να φτάσει στην κάθαρση, πρέ-
πει να βασανιστεί τόσο πολύ;
Λ.Μ.: Δε νομίζω ότι υπάρχουν "πρέπει". Είναι θέμα επιλογών, το τι επιλέγει ο καθένας και με ποιον τρόπο. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πιστεύω στα πράγματα που δεν έχουν κόπο. Αλλά αυτός ο κόπος χρειάζεται να έχει και ευχαρίστηση. Να βασα-
νίζεσαι με ευχαρίστηση (γέλια). Να προκύπτει από τη μανία και την αγάπη σου γι’ αυτό που κάνεις. Η ευχαρίστηση έχει πολύ μεγάλη σημασία σε όλο αυτό.
Φωτογραφίες: Βασίλης Μαντάς Styling: Ειρήνη Αναστασιάδη

