Ελάχιστες ιστορίες έχουν διασχίσει τον χρόνο με την αντοχή της Οδύσσειας. Ένα έπος που γεννήθηκε μέσα στην προφορική παράδοση της αρχαίας Ελλάδας, μεταδόθηκε επί γενιές μέσα από τις αφηγήσεις των αοιδών και πέρασε αργότερα στη γραπτή παράδοση, εξακολουθεί, σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, να συνομιλεί με τα ίδια θεμελιώδη ανθρώπινα ερωτήματα: την επιστροφή, την απώλεια, την πίστη, τον πειρασμό, την ταυτότητα και την ελπίδα.
Δεν έχει διασωθεί κάποιο πρωτότυπο χειρόγραφο που να γράφτηκε από το ίδιο το χέρι του Ομήρου. Όπως συνέβαινε με τα μεγάλα έπη της αρχαιότητας, η ιστορία του Οδυσσέα ταξίδευε αρχικά από στόμα σε στόμα, αλλάζοντας ίσως από αφηγητή σε αφηγητή, προτού αποκτήσει τη μορφή με την οποία έφτασε ως τις επόμενες γενιές. Κατά μία έννοια, λοιπόν, η ίδια η Οδύσσεια έχει πραγματοποιήσει μέσα στους αιώνες ένα ταξίδι σχεδόν εξίσου περιπετειώδες με εκείνο του ήρωά της.
Ο Όμηρος δεν μας κληροδότησε απλώς την ιστορία ενός πολεμιστή που προσπαθεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Δημιούργησε ένα από τα αρχέτυπα της ανθρώπινης ύπαρξης: τον άνθρωπο που δοκιμάζεται, χάνει, παρασύρεται, φοβάται, επινοεί τρόπους επιβίωσης και συνεχίζει. Όχι επειδή είναι άτρωτος, αλλά επειδή αρνείται να παραιτηθεί από την ιδέα της επιστροφής.
Η απόφαση του Christopher Nolan να μεταφέρει αυτό το έπος στη μεγάλη οθόνη δεν θα μπορούσε παρά να συνοδεύεται από τεράστιες προσδοκίες. Ύστερα από ταινίες όπως τα Inception, Interstellar, Dunkirk και Oppenheimer, ο Βρετανός δημιουργός αναλαμβάνει ίσως το πιο φιλόδοξο εγχείρημα της καριέρας του: να μετατρέψει ένα θεμελιώδες κείμενο του δυτικού πολιτισμού σε σύγχρονη κινηματογραφική εμπειρία, χωρίς να το περιορίσει σε μια ψυχρή ή μουσειακή αναπαράσταση της αρχαιότητας.

O George Satsidis στην ειδική προβολή της ταινίας "Η Οδύσσεια"
Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την ταινία The Odyssey ("H Οδύσσεια") σε ειδική προβολή στα Universal Studios, λίγες ημέρες πριν από την επίσημη έξοδό της στις αμερικανικές αίθουσες.
Πριν ακόμη ανοίξουν οι πόρτες της αίθουσας ΙΜΑΧ, ο επιβλητικός Δούρειος Ίππος που δέσποζε έξω από τον κινηματογράφο λειτουργούσε σαν ένα συμβολικό πέρασμα από τον αρχαίο μύθο στο σύγχρονο Hollywood.
Ένα αντικείμενο συνδεδεμένο με την πτώση της Τροίας στεκόταν πλέον στην καρδιά ενός από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά στούντιο του κόσμου, υπενθυμίζοντας ότι οι μύθοι δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Επιβιώνουν επειδή κάθε εποχή τούς αφηγείται ξανά με τη δική της γλώσσα.

Μέσα στην αίθουσα, καθώς οι πρώτες εικόνες καταλαμβάνουν ολόκληρη την οθόνη του IMAX, γίνεται σαφές ότι ο Nolan δεν ενδιαφέρεται μόνο να αφηγηθεί την Οδύσσεια. Θέλει να αποδώσει το σωματικό και ψυχικό βάρος του ταξιδιού της: την αλμύρα της θάλασσας, την αγωνία της αναμονής, τη βία των στοιχείων της φύσης, τον φόβο του αγνώστου και τη βαθιά ανάγκη ενός ανθρώπου να επιστρέψει σε όσα κάποτε θεωρούσε δεδομένα.
Η ιστορία ακολουθεί τον Οδυσσέα μετά το τέλος του Τρωικού Πολέμου, καθώς επιχειρεί να επιστρέψει στην Ιθάκη. Ένα ταξίδι που θα έπρεπε να είναι σχετικά σύντομο μετατρέπεται σε πολυετή περιπλάνηση γεμάτη απώλειες, πειρασμούς και υπερφυσικές δοκιμασίες.
Στον δρόμο του θα βρεθούν θεοί, τέρατα, οι Σειρήνες, ο Κύκλωπας Πολύφημος, η Κίρκη και η Καλυψώ. Την ίδια στιγμή, στην Ιθάκη, η Πηνελόπη προσπαθεί να προστατεύσει το βασίλειο και το σπίτι της από τους μνηστήρες, ενώ ο Τηλέμαχος μεγαλώνει στη σκιά ενός πατέρα που έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει αν θα τον συναντήσει ποτέ ξανά.
Κάτω από τα τέρατα, τις μάχες και τη μυθολογία, όμως, κρύβεται κάτι πολύ πιο οικείο. Η ιστορία ενός ανθρώπου αντιμέτωπου με όσα δεν μπορεί να ελέγξει. Ενός ανθρώπου που καλείται να προσαρμοστεί, να αντέξει και να βρει μέσα του το σθένος να συνεχίσει, ακόμη κι όταν η ζωή τον απομακρύνει διαρκώς από τον προορισμό του.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της ταινίας. Ο Οδυσσέας δεν είναι μεγάλος επειδή δεν φοβάται ή επειδή δεν λυγίζει ποτέ. Είναι μεγάλος επειδή, ακόμη και όταν λυγίζει, βρίσκει έναν τρόπο να σηκωθεί ξανά. Η ανθεκτικότητά του δεν προκύπτει από σωματική υπεροχή αλλά από την ευφυΐα, την προσαρμοστικότητα και την αδιάκοπη επιθυμία του να επιστρέψει.
Οι ερμηνείες των ηθοποιών
Ο Matt Damon στηρίζει την ταινία με μια ώριμη και σωματικά απαιτητική ερμηνεία. Ο δικός του Οδυσσέας δεν μοιάζει με αψεγάδιαστο μυθολογικό υπερήρωα. Είναι εξαντλημένος, τραυματισμένος, συχνά αντιφατικός, αλλά πάντοτε σε εγρήγορση. Ένας άνθρωπος που κουβαλά στο σώμα του το κόστος του πολέμου και στο βλέμμα του την αγωνία ότι η πατρίδα και η οικογένεια που θυμάται μπορεί να μην υπάρχουν πια με τον ίδιο τρόπο.
Ο Robert Pattinson, ως Αντίνοος, προσφέρει μία από τις πιο έντονες και ενδιαφέρουσες ερμηνείες της ταινίας και της καριέρας του. Έχει μια σκοτεινή, σχεδόν διαβολική ενέργεια που τον κάνει να ξεχωρίζει μέσα σε ένα ήδη εντυπωσιακό καστ, χωρίς να καταφεύγει σε εύκολες υπερβολές.
Η Anne Hathaway, ως Πηνελόπη, φέρνει στην ταινία την αναγκαία συναισθηματική της γείωση. Η Πηνελόπη της δεν παρουσιάζεται απλώς ως η γυναίκα που περιμένει. Είναι μια προσωπικότητα που αντιστέκεται, προστατεύει, υπομένει και διαχειρίζεται μόνη της το βάρος της αβεβαιότητας. Η Hathaway αφήνει μια βαθιά συναισθηματική εντύπωση, ιδιαίτερα στις τελευταίες στιγμές της ταινίας, όπου ένα βλέμμα ή μια ανεπαίσθητη έκφραση αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη από οποιονδήποτε διάλογο και η ερμηνεία της σε στοιχειώνει ακόμα και άφου πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Ιδιαίτερα θετική έκπληξη αποτελεί ο Tom Holland ως Τηλέμαχος. Παρότι είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους νέους ηθοποιούς στον κόσμο, καταφέρνει να μπει πραγματικά στο πετσί του ρόλου και να απομακρύνει από τη σκέψη μας την εικόνα του Spider-Man. Δεν βλέπεις έναν σταρ να υποδύεται έναν μυθολογικό χαρακτήρα, αλλά έναν νεαρό άνδρα που βιώνει τη σύγχυση, τον θυμό και τη λαχτάρα ενός γιου που μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του. Ο Holland υπηρετεί τον Τηλέμαχο αντί να χρησιμοποιεί τον ρόλο ως όχημα για τη δική του κινηματογραφική περσόνα.

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε φιλμ IMAX
Οπτικά, η ταινία είναι μνημειώδης. Η φωτογραφία του Hoyte van Hoytema εκμεταλλεύεται το εύρος και το βάθος του IMAX, δημιουργώντας εικόνες που δεν λειτουργούν απλώς ως εντυπωσιακά τοπία, αλλά ως προέκταση της ψυχολογίας των χαρακτήρων. Η θάλασσα μοιάζει άλλοτε απέραντη και απειλητική και άλλοτε σαν ο μοναδικός δρόμος προς τη λύτρωση. Τα πραγματικά τοπία, τα πλοία και η υλικότητα της παραγωγής δίνουν στον κόσμο της ταινίας μια αίσθηση βάρους που σπανίζει στις σύγχρονες υπερπαραγωγές. Η παραγωγή γυρίστηκε σε έξι χώρες - αναμεσά τους και η Ελλάδα - και αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε φιλμ IMAX.

Η μουσική του Ludwig Göransson δεν συνοδεύει απλώς τις εικόνες. Λειτουργεί σαν ένας ακόμη παλμός μέσα στο ταξίδι, άλλοτε σχεδόν τελετουργικός και άλλοτε εκρηκτικός, ενισχύοντας την αίσθηση ότι ο ήρωας κινείται ανάμεσα στον ανθρώπινο κόσμο και σε μια πραγματικότητα όπου οι θεοί, η μοίρα και η φύση καθορίζουν τις ζωές των θνητών.
Υπήρξαν, ωστόσο, δύο στοιχεία που με κράτησαν σε μια μικρή απόσταση, ιδιαίτερα κατά το πρώτο μέρος της προβολής.
Το πρώτο ήταν η επιλογή των έντονων αμερικανικών προφορών και του σύγχρονου τρόπου εκφοράς των διαλόγων. Φυσικά, καμία σύγχρονη αγγλική προφορά δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικά "σωστή" για έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι μιλούσαν αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Παρ’ όλα αυτά, η κινηματογραφική μας μνήμη έχει συνδέσει τέτοιου είδους επικές αφηγήσεις με έναν πιο ουδέτερο ή λιγότερο χρονικά προσδιορισμένο τρόπο ομιλίας.
Στα πρώτα λεπτά, ορισμένες αμερικανικές εκφορές μού φάνηκαν υπερβολικά σύγχρονες και με απομάκρυναν προσωρινά από τη μυθική ατμόσφαιρα. Δεν ήταν ζήτημα ιστορικής ακρίβειας, αλλά κινηματογραφικού τόνου. Θα προτιμούσα μια πιο ουδέτερη προσέγγιση, που να μην παραπέμπει τόσο άμεσα στη σημερινή αμερικανική καθημερινότητα. Η συγκεκριμένη επιλογή προκάλεσε άλλωστε ευρύτερη συζήτηση ήδη από την κυκλοφορία του trailer, με αρκετούς θεατές να χαρακτηρίζουν τις προφορές και το σύγχρονο λεξιλόγιο αποπροσανατολιστικά.
Όσο προχωρά η ταινία, πάντως, το αυτί προσαρμόζεται και η δύναμη των εικόνων και των βασικών ερμηνειών υπερισχύει. Η αρχική ενόχληση δεν εξαφανίζεται εντελώς, αλλά παύει να αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο.
Η δεύτερη επιφύλαξή μου αφορά το μέγεθος και την αναγνωρισιμότητα του all-star cast. Υπάρχουν στιγμές όπου βλέπεις πρώτα τον διάσημο ηθοποιό και ύστερα τον μυθολογικό χαρακτήρα.

Η Zendaya, ως Αθηνά, και η Charlize Theron, ως Καλυψώ, διαθέτουν τόσο ισχυρή δημόσια και κινηματογραφική ταυτότητα, ώστε χρειάστηκα χρόνο για να τις αποδεχθώ οργανικά μέσα στον κόσμο του Ομήρου. Δεν πρόκειται για αμφισβήτηση των ικανοτήτων τους. Αντιθέτως, είναι η τεράστια αναγνωρισιμότητά τους που λειτουργεί αρχικά εις βάρος της ψευδαίσθησης.
Πρόκειται για πρόσωπα συνδεδεμένα όχι μόνο με συγκεκριμένους εμβληματικούς ρόλους αλλά και με τη σύγχρονη κουλτούρα του κόκκινου χαλιού, των fashion shows και της διαρκούς προβολής. Σε μια τόσο αρχέγονη ιστορία, η παρουσία τους κουβαλά αναπόφευκτα εικόνες που έχουν δημιουργηθεί πολύ μακριά από την Ιθάκη και τον κόσμο του Ομήρου.
Η Charlize Theron έχει χαραχθεί στη συλλογική κινηματογραφική μνήμη μέσα από δυναμικές, σχεδόν μυθικές ηρωίδες, ενώ η Zendaya έχει ταυτιστεί έντονα με το Euphoria, το Dune και με μια δημόσια εικόνα που βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της σύγχρονης pop culture. Έτσι, σε ορισμένες σκηνές, η μετάβαση από τον σταρ στον χαρακτήρα δεν είναι άμεση.
Προσωπικά, θα προτιμούσα ορισμένοι από αυτούς τους περιφερειακούς ρόλους να είχαν δοθεί σε λιγότερο αναγνωρίσιμα, πιο "αόρατα" πρόσωπα. Όχι επειδή ένα μεγάλο όνομα δεν μπορεί να υπηρετήσει έναν αρχαίο μύθο, αλλά επειδή οι άγνωστες φυσιογνωμίες θα επέτρεπαν ίσως στον θεατή να εισέλθει στον κόσμο της ιστορίας χωρίς το βάρος προηγούμενων ρόλων, διαφημιστικών εικόνων και δημόσιων εμφανίσεων. Το all-star cast είναι εντυπωσιακό ως κινηματογραφικό γεγονός, όμως σε ορισμένες στιγμές γίνεται περισσότερο αισθητό απ’ όσο θα έπρεπε.
Αυτό ακριβώς κάνει την ερμηνεία του Tom Holland ακόμη πιο αξιόλογη. Είναι εξίσου διάσημος, αλλά κατορθώνει να αφήσει τη διασημότητά του έξω από τον ρόλο. Αντί να ζητά από τον Τηλέμαχο να προσαρμοστεί στο ήδη γνωστό star persona του, προσαρμόζει ο ίδιος την παρουσία, την κίνηση και την ενέργειά του στις ανάγκες του χαρακτήρα.
Πριν από την κυκλοφορία της ταινίας, μεγάλη συζήτηση προκάλεσε και το casting της Lupita Nyong’o ως Ελένης της Τροίας και του Elliot Page ως Σίνωνα. Ωστόσο, η διαμάχη αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη εκτός οθόνης απ’ ό,τι μέσα στην ίδια την ταινία. Οι εμφανίσεις τους είναι σχετικά περιορισμένες και δεν μεταβάλλουν τον βασικό άξονα της αφήγησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιλογές του Nolan δεν μπορούν να συζητηθούν, αλλά ότι ο θόρυβος που προηγήθηκε ήταν δυσανάλογος προς τη θέση που καταλαμβάνουν τελικά οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες στην ταινία.

Δεν είναι ένα ακόμη θερινό blockbuster
Παρά τις επιμέρους ενστάσεις, όσο η ιστορία προχωρά, η ταινία αποκτά όλο και μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη. Ο Nolan δεν αντιμετωπίζει την Οδύσσεια ως ένα άψυχο μνημείο που πρέπει να αναπαραχθεί με δέος. Την αντιμετωπίζει ως μια ζωντανή ιστορία για την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ήμασταν όταν φύγαμε και σε αυτό που γινόμαστε όταν επιστρέφουμε.
Γιατί η επιστροφή δεν είναι ποτέ απλή. Ο Οδυσσέας δεν παλεύει μόνο για να φτάσει ξανά στην Ιθάκη. Παλεύει για να ανακαλύψει αν υπάρχει ακόμη μια θέση γι’ αυτόν εκεί. Αν η οικογένειά του τον θυμάται, αν η πατρίδα του τον αναγνωρίζει και, κυρίως, αν ο ίδιος παραμένει ο άνθρωπος που ξεκίνησε κάποτε αυτό το ταξίδι.
Αυτή είναι ίσως η πιο στοχαστική διάσταση της ταινίας. Η ιδέα ότι οι μεγαλύτερες διαδρομές της ζωής δεν μετρώνται μόνο σε απόσταση, αλλά σε όσα χάνουμε και σε όσα ανακαλύπτουμε για τον εαυτό μας μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.

Το The Odyssey δεν είναι απλώς ένα ακόμη θερινό blockbuster ούτε μόνο μια επίδειξη κινηματογραφικής τεχνικής. Είναι μια μνημειώδης, οπτικά καθηλωτική και βαθιά συναισθηματική ταινία για την ανθρώπινη αντοχή απέναντι στις προκλήσεις της ζωής. Για τη δύναμη που ανακαλύπτουμε όταν οι βεβαιότητες καταρρέουν και για την ανάγκη να συνεχίσουμε, ακόμη κι όταν η επιστροφή μοιάζει αδύνατη.
Σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, η ιστορία του Οδυσσέα εξακολουθεί να μας αφορά επειδή, σε κάποιο σημείο της ζωής μας, όλοι καλούμαστε να διασχίσουμε τη δική μας φουρτουνιασμένη θάλασσα. Και όλοι αναζητούμε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τη δική μας Ιθάκη. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του Christopher Nolan. Δεν προσπάθησε να εκσυγχρονίσει τον Όμηρο. Μας υπενθύμισε γιατί, σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, παραμένει πιο σύγχρονος από ποτέ.

Μεταφέροντας τον παλμό του Hollywood και του διεθνούς Jet Set από την καρδιά της παγκόσμιας showbiz, ο George Satsidis (@georgesats) μοιράζεται με τους αναγνώστες του Harper's Bazaar όσα μαθαίνει και βλέπει #behindthecamera.