Το The Devil Wears Prada 2 κατάφερε κάτι που ελάχιστα sequels πετυχαίνουν σήμερα στο Hollywood. Να μετατραπεί σε παγκόσμιο κινηματογραφικό γεγονός πριν καν βγει στις αίθουσες. Με τη Meryl Streep να επιστρέφει ως Miranda Priestly, την Anne Hathaway ξανά στον ρόλο της Andrea "Andy” Sachs, την Emily Blunt και τον Stanley Tucci να επαναφέρουν μια ολόκληρη εποχή της pop culture, η ταινία ξεκίνησε θριαμβευτικά στο παγκόσμιο box office με πάνω από 230 εκατομμύρια δολάρια στο πρώτο της τριήμερο, ξεπερνώντας ακόμα και τις επιδόσεις της πρώτης ταινίας.

Μέχρι στιγμής η ταινία έχει ήδη ξεπεράσει τα 480 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, αποδεικνύοντας ότι το κοινό εξακολουθεί να διψά για glamour, New York fantasy και haute couture αισθητική.
Όμως πίσω από τη λάμψη, τα couture looks και τα αψεγάδιαστα πρόσωπα των πρωταγωνιστριών, κρύβεται μια μεγάλη αλήθεια που πολλά αμερικανικά media σχολίασαν με διαφορετικούς τρόπους. Το The Devil Wears Prada 2 είναι εντυπωσιακό οπτικά, αλλά σεναριακά απογοητευτικό.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας. Δεν αποτυγχάνει επειδή είναι κακογυρισμένη. Αντίθετα, είναι άψογα γυρισμένη. Η Νέα Υόρκη μοιάζει ξανά σαν μια πολυτελής κινηματογραφική φαντασίωση. Τα outfits είναι πραγματικά υπέροχα και πολλές φορές λειτουργούν σαν ξεχωριστοί χαρακτήρες μέσα στην ταινία. Η κάμερα λατρεύει τη Meryl Streep και την Anne Hathaway, ενώ η Emily Blunt κλέβει σχεδόν κάθε σκηνή στην οποία εμφανίζεται. Το styling είναι απολαυστικό, οι υφές, τα χρώματα και τα αξεσουάρ, τα fashion shows και οι χώροι θυμίζουν editorial υψηλής αισθητικής του Harper’s Bazaar ή της Vogue. Όμως το πρόβλημα ξεκινά όταν η ταινία πρέπει να στηριχθεί στην ιστορία της.

Πολλοί Αμερικανοί κριτικοί σημείωσαν ότι το sequel δεν καταφέρνει ποτέ να αποκτήσει τη σατιρική δύναμη και την κοφτερή γραφή του πρώτου φιλμ. Αρκετά reviews μίλησαν για μια ταινία που στηρίζεται υπερβολικά στη νοσταλγία και στις αναφορές στο original, χωρίς να δημιουργεί κάτι πραγματικά δυνατό από μόνη της. Άλλοι μάλιστα αστειεύτηκαν online ότι "μοιάζει σαν το σενάριο να γράφτηκε από AI", επειδή η ιστορία προχωρά χωρίς πραγματικές κορυφώσεις, χωρίς ρυθμό και χωρίς ουσιαστική δραματική ένταση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι το σενάριο μοιάζει να μην ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει. Η πρώτη ταινία είχε ξεκάθαρο πυρήνα. Ήταν μια ιστορία για τη φιλοδοξία, τη θυσία, τη γοητεία της εξουσίας και το τίμημα της επιτυχίας. Η Andy Sachs εκπροσωπούσε το κοινό που έμπαινε σε έναν κόσμο πολυτέλειας και σταδιακά μεταμορφωνόταν. Υπήρχε σύγκρουση. Υπήρχε εξέλιξη. Υπήρχε πραγματικό συναισθηματικό βάρος.
Στο sequel όμως, όλα μοιάζουν πιο επιφανειακά. Η ιστορία κινείται γύρω από την κρίση των παραδοσιακών media, τη δύναμη των social media, την εποχή των influencers και την προσπάθεια του Runway να επιβιώσει στη digital πραγματικότητα. Η ιδέα ακούγεται εξαιρετικά επίκαιρη, όμως η εκτέλεση δεν αποκτά ποτέ πραγματικό βάθος. Οι δραματικές συγκρούσεις παρουσιάζονται αλλά δεν κορυφώνονται ουσιαστικά. Οι χαρακτήρες μοιάζουν πολλές φορές να περιφέρονται μέσα σε υπέροχα σκηνικά χωρίς ουσιαστικό συναισθηματικό βάρος.
Αρκετοί κριτικοί στην Αμερική έγραψαν ότι η ταινία θυμίζει περισσότερο μια αλληλουχία από fashion στιγμές, celebrity cameos και εμφανίσεις χωρίς λόγο και αιτία, μόνο για εντυπωσιασμό, παρά ένα ολοκληρωμένο κινηματογραφικό έργο.
Το κοινό απολαμβάνει φυσικά να βλέπει ξανά τη Miranda Priestly με το παγωμένο βλέμμα της και τις όχι και τόσο δηλητηριώδεις ατάκες της αυτή τη φορά, όμως η ίδια η ταινία δεν καταφέρνει ποτέ να χτίσει πραγματική ένταση γύρω της. Η Miranda μοιάζει πιο μαλακή, σχεδόν ανθρώπινη σε κάποια σημεία, κάτι που αφαιρεί μέρος από τον φόβο και την ηλεκτρισμένη δύναμη που είχε ο χαρακτήρας στο original ο οποίος φυσικά βασιζόταν στο ομώνυμο μπεστ σέλερ και την Αnna Wintour.
Ακόμα και η σχέση της Andy με τη Miranda δεν έχει την ίδια κινηματογραφική ένταση. Η Anne Hathaway παραμένει γοητευτική και πολύ φωτογενής μέσα στον κόσμο της ταινίας, όμως ο χαρακτήρας της μοιάζει λιγότερο ζωντανός. Σαν να επιστρέφει περισσότερο επειδή το απαιτεί το sequel και λιγότερο επειδή υπάρχει πραγματική αφηγηματική ανάγκη.

Και κάπου εκεί εμφανίζεται και ένα ακόμα σημείο που σχολιάστηκε αρκετά αρνητικά online. Ο νέος σύντροφος της Andy, ο Peter, τον οποίο υποδύεται ο Patrick Brammall, δεν κατάφερε να πείσει σχεδόν κανέναν θεατή. Πολλοί χαρακτήρισαν τη σχέση τους τελείως άχρωμη και χωρίς χημεία, ενώ αρκετοί σχολίασαν ότι ο χαρακτήρας μοιάζει κολλημένος μέσα στην ταινία μόνο και μόνο επειδή το σενάριο έπρεπε να δώσει στην Andy μια νέα ρομαντική ιστορία. Αντί να προσθέτει βάθος, λειτουργεί περισσότερο σαν αφηγηματικό βάρος που καθυστερεί την ήδη αδύναμη εξέλιξη της ιστορίας.
Η Emily Blunt είναι ίσως η μόνη που φαίνεται να καταλαβαίνει ακριβώς σε ποια ταινία παίζει. Είναι σαρκαστική, υπερβολική, αστεία και πραγματικά απολαυστική. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο μέρος των reactions στα social media περιστρέφεται γύρω από εκείνη. Η Meryl Streep, φυσικά, παραμένει επιβλητική ακόμα και όταν το σενάριο δεν της δίνει αρκετό υλικό. Όμως ούτε η ίδια μπορεί να σώσει πλήρως μια ιστορία που στερείται πραγματικής κορύφωσης.

Και μετά υπάρχει και το θέμα της Lady Gaga. Το cameo της συζητήθηκε πολύ πριν ακόμα κυκλοφορήσει η ταινία, όμως τελικά αρκετοί θεατές και reviewers σχολίασαν ότι ούτε η παρουσία της ούτε το τραγούδι της μέσα στην ταινία κατάφεραν να βρουν πραγματικό λόγο ύπαρξης μέσα στην αφήγηση. Η Gaga εμφανίζεται ουσιαστικά σαν μια glamorous παρένθεση και όχι σαν οργανικό κομμάτι της ιστορίας. Κάποιοι σημείωσαν ότι η σκηνή της θυμίζει περισσότερο επίδειξη celebrity power παρά ουσιαστική κινηματογραφική στιγμή.
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο πρόβλημα του The Devil Wears Prada 2 συνολικά. Η ταινία μοιάζει να προσπαθεί συνεχώς να εντυπωσιάσει αντί να αφηγηθεί κάτι πραγματικά δυνατό. Θέλει να σχολιάσει την εποχή των influencers, του AI, της παρακμής των παραδοσιακών media και της νέας fashion βιομηχανίας, χωρίς όμως να τολμά ποτέ να γίνει πραγματικά αιχμηρή ή δηλητηριώδης όπως το original.

Και όμως, παρά τις αδυναμίες της, η ταινία αγαπήθηκε και θα αγαπηθεί από πολύ κόσμο. Ίσως γιατί λειτουργεί σαν μια απόδραση πολυτέλειας. Ένα glossy κινηματογραφικό ταξίδι γεμάτο couture looks, όμορφα πρόσωπα, Manhattan fantasy και fashion εικόνες που σε κάνουν να χαζεύεις την οθόνη ακόμα κι όταν καταλαβαίνεις ότι η ιστορία δεν έχει ιδιαίτερο βάθος.
Σε μια εποχή όπου το Hollywood γεμίζει όλο και περισσότερο με σκοτεινά franchises και υπερφορτωμένα blockbusters, το The Devil Wears Prada 2 προσφέρει κάτι διαφορετικό. Πολυτέλεια. Απόδραση. Μόδα. Glamour.
Μόνο που αυτή τη φορά, πίσω από τα Chanel, τα Dior και τις φαντασμαγορικές εικόνες της Νέας Υόρκης, λείπει κάτι πολύ σημαντικό. Η ψυχή της ιστορίας.

Μεταφέροντας τον παλμό του Hollywood και του διεθνούς Jet Set από την καρδιά της παγκόσμιας showbiz, ο George Satsidis (@georgesats) μοιράζεται με τους αναγνώστες του Harper's Bazaar όσα μαθαίνει και βλέπει #behindthecamera.