First in fashion | Η ιστορία της αρχής του Harper's Bazaar

Το πρώτο γυναικείο περιοδικό μετράει πάνω από 150 χρόνια ζωής. Πώς ξεκίνησαν όμως όλα;

"A repository of fashion, pleasure, and instruction”. Αυτή η φράση εμφανιζόταν στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του Harper’s Bazaar –το οποίο τότε είχε τίτλο Bazar- το 1867. To πρώτο γυναικείο περιοδικό δημιουργήθηκε από τη Harper & Brothers, έναν εκδοτικό οίκο που ανήκε στα αδέρφια James, John, Joseph, Wesley και Fletcher Harper, οι οποίοι τότε ήταν ήδη υπολογίσιμη δύναμη στο χώρο του βιβλίου. Παράλληλα είχαν στην κατοχή τους περιοδικές εκδόσεις, όπως το Harper’s New Monthly και το Harper’s Weekly, εφημερίδες με εικονογράφηση, που ασχολούνταν με τις τέχνες, τις επιστήμες και την πολιτική. 

Ο νεότερος των αδερφών, ο Fletcher σκέφτηκε την ιδέα του Bazar, καθώς είχε πέσει στα χέρια του μια γερμανική, από το Βερολίνο, έκδοση με τίτλο Der Bazar. Όπως και οι εφημερίδες των Harpers, το Der Bazar περιλάμβανε εικόνες και κείμενα πάνω σε πολλά διαφορετικά ζητήματα. Παρόλα αυτά, εκτός από τα θέματα που πραγματεύονταν οι εκδόσεις των αδερφών, αυτό το γερμανικό έντυπο είχε και μόδα, με ρούχα που φορούσε ο κόσμος στην Ευρώπη, στο Παρίσι, στη Βιέννη, στο Λονδίνο. Μάλιστα ο Fletcher ανακάλυψε σύντομα πως το Der Bazar είχε συμφωνία και με άλλες εταιρείες και εκδοτικούς οίκους, στους οποίους έστελνε τα illustrations του. Σκέφτηκε να κάνει το ίδιο ακριβώς κι αυτός. Η Βιομηχανική Επανάσταση άλλωστε είχε αρχίσει να αναδεικνύει μια νέα τάξη στην Αμερική, η οποία είχε πάθος με κάθε τι ευρωπαϊκό. Έτσι ο Fletcher θεώρησε πως υπάρχει χώρος για μια έκδοση που θα απευθυνόταν σε γυναίκες που ενδιαφέρονταν για το σύγχρονο lifestyle του τότε μοντέρνου κόσμου. Αφού το σκέφτηκε καλά παρουσίασε στα αδέρφια του το πλάνο του, και χωρίς να δυσκολευτεί ιδιαίτερα να τους πείσει, "γέννησε” το Harper’s Bazar. 

Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει κάποιον για την αρχισυνταξία. Γι’ αυτή τη θέση επέλεξε την Mary Louise Booth, μία 36χρονη συγγραφέα, δημοσιογράφο και μεταφράστρια που μιλούσε μεταξύ άλλων γαλλικά, γερμανικά και λατινικά και που ήταν μία από τις πρώτες γυναίκες ρεπόρτερ των New York Times. Πριν πάει στο Bazar ή Booth είχε δεχτεί και ένα συγχαρητήριο γράμμα από τον ίδιο τον πρόεδρο Lincoln για τη μετάφραση του The Uprising of a Great People: The United States in 1861, ένα κείμενο που υποστήριζε την κατάργηση της δουλείας. Επιπλέον ήταν ιδιαίτερα μαχητική για τα δικαιώματα των γυναικών και επίσης λέγεται πως είχε προσπαθήσει να κερδίσει χρηματοδότηση ώστε να γράψει η ίδια μία πλήρη έκδοση γι’ αυτά. 

Το πρώτο τεύχος του Bazar κυκλοφόρησε στις 2 Νοεμβρίου του 1867. Ένα ανυπόγραφο σημείωμα με τίτλο "Our Bazar" περιέγραφε την αποστολή του να γίνει "μία αποθήκη όλων των σπάνιων και ακριβών πραγμάτων του κόσμου, μετάξι, βελούδο, κασμίρ, μπαχαρικά, αρώματα και λαμπερά διαμάντια, οποιουδήποτε πράγματος μπορεί να ευχαριστήσει την καρδιά και το μάτι". Από αυτή την περιγραφή και από όλο του το περιεχόμενο ήταν σαφές ότι ο ορισμός της μόδας σύμφωνα με το Bazar πήγαινε πέρα από τα ρούχα. Μαζί τους υπήρχαν ρεπορτάζ για το στιλ, οδηγίες για το πώς μπορεί κανείς να δέσει μια γραβάτα ή να φτιάξει τον πιο κομψό κότσο, υπήρχαν ποιήματα, κείμενα φαντασίας και πολλά ακόμα. Συγγραφείς όπως οι Charles Dickens, George Eliot, Henry James, και αργότερα ο Thomas Hardy, έδωσαν κείμενά τους στο Bazar. Η Emmeline Raymond, ιδρύτρια του γαλλικού La Mode Illustrée συνεργαζόταν ως ανταποκρίτρια από το Παρίσι γράφοντας λαμπερές στήλες από τη γαλλική υψηλή κοινωνία και το παριζιάνικο στιλ. Και καθώς οι ΗΠΑ έμπαιναν στην Gilded Age, ο κόσμος παθιαζόταν ακόμα περισσότερο με τις larger than life προσωπικότητες της βικτωριανής Βρετανίας, τις περιπέτειες τις οποίες o νοβελίστας James Payn κατέγραφε στο "English Gossip”. O George William Curtis έγραφε για την κουλτούρα και τη ζωή σε μια στήλη με τίτλο "Manners Upon the Road” (την οποία υπέγραφε με το ψευδώνυμο An Old Bachelor.

Ένας τομέας που ο Fletcher Harper πίστευε πως έπρεπε να μείνει μακριά από τη θεματολογία του Bazar, ήταν η πολιτική. Αυτή η έκδοση ήταν μεν παράθυρο στον κόσμο, και προσέλκυε διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά με έναν πιο ευχάριστο τρόπο. Αυτή η λογική του αργότερα χαρακτηρίστηκε από τους ίδιους τους editors του Bazar ώστε "the early doctrine of "always affirming, never denying”", και σίγουρα ερχόταν σε σύγκρουση με την έντονα πολιτικοποιημένη και προοδευτική Booth. Παρόλο που καταλάβαινε τη δουλειά της δεν δίσταζε να δημιουργήσει προβληματισμούς στους αναγνώστες της, με πιο έμμεσο τρόπο. Το Bazar άλλωστε σαν ένα μοντέρνο έντυπο θα έπρεπε να αγκαλιάζει το forward thinking, που ήταν "τάση" της εποχής. Ήταν λοιπόν  μία από τις πρώτες mainstream εκδόσεις που ενθάρρυνε τη γυναικεία χειραφέτηση. Για το δικαίωμα των γυναικών στην ψήφο έγραψε στο τεύχος που κυκλοφόρησε στις 12 Ιουνίου του 1869 ότι βασιζόταν πάνω στην "αλήθεια και τη δικαιοσύνη" αλλά και την "αφύπνιση της κοινωνικής συνείδησης", ενώ γενικότερα δεν παρέλειψε να συμπεριλαμβάνει στην ύλη της άρθρα για τη σημασία της εργασίας και της εκπαίδευσης των γυναικών. 

Κάποιες πτυχές της ζωής των γυναικών στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν πιο εύκολο να συμβιβαστούν με την κοινωνική ευαισθησία της Booth. Κάποιες άλλες όχι. Μία από αυτές ήταν ο "ρόλος της κυρίας του σπιτιού", που σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής υπαγόρευε στις γυναίκες πως όσο περισσότερο μένουν στο σπίτι, τόσο το καλύτερο. Το Bazaar πίστευε ότι το να είσαι νοικοκυρά –και μόνο αυτό- κατέληγε να μοιάζει με ένα είδος δουλείας. Στις 19 Αυγούστου του 1871 περιέγραψε τις γυναίκες που περνούσαν όλη τους τη μέρα μόνο φροντίζοντας τους συζύγους, τα παιδιά τους και τα ζητήματα του σπιτιού, ως παγιδευμένες στην απόλυτη δουλεία.

Οι κοινωνικές φιλοδοξίες, η υπερβολική αγάπη για την ύλη, τον πλούτο και το κοινωνικό status ήταν έννοιες που σατιρίζονταν. Το 1882 φιλοξένησε ένα ανώνυμο κοινωνικό μυθιστόρημα "A Transplanted Rose” το οποίο αργότερα αποκαλύφθηκε ότι έγραψε η Mary Elizabeth Wilson Sherwood. Πρόκειται για την ιστορία ενός κοριτσιού, της Rose Chadwick, η οποία έφτασε στη Νέα Υόρκη με την αυταρχική θεία της και μεταμορφώθηκε σε μια καλλιεργημένη γυναίκα. Σε όλη την ιστορία η Rose πάλευε με μια σειρά από ηθικά παράλογα αλλά τελικά βρήκε τη λύτρωση στην αγκαλιά ενός Βρετανού λόρδου, τον οποίο παντρεύτηκε φορώντας ένα φόρεμα του παριζιάνου couturier Charles Frederick Worth. "Τα ρούχα έχουν να κάνουν με την ευτυχία" είπε η Rose σε μια φίλη της, για να περιγράψει τη διαδρομή της. 

Το Bazar επιπλέον έδειξε από πολύ νωρίς το ενδιαφέρον του για τη μόδα. Τον Ιούλιο του 1871 σε έναν άρθρο που μιλούσε για τον Worth –o οποίος θεωρείται ο πατέρας της Haute Couture- περιέγραψε γλαφυρά μια σκηνή στο ατελιέ του. "Γύρω του υπήρχαν πολλές γυναίκες. Άλλες όμορφες, άλλες άσχημες. Άκουγαν τις παρατηρήσεις του με μεγάλη προσοχή. Τις κάλεσε μπροστά του σαν να ήταν μαθήτριες, τις επιθεώρησε και επαίνεσε ή κατηγόρησε τα φορέματά τους. Ένα όμορφο νεαρό κορίτσι, τον ευχαρίστησε ιδιαίτερα με την εμφάνισή της και της είπε πως θα έπρεπε να ονειρευτεί και να συγκεντρωθεί για πολλές μέρες ώστε να βρει την έμπνευση να φτιάξει ένα φόρεμα αντάξιό της. "Γιατί φοράς αυτά τα άσχημα γάντια" είπε σε μια κυρία. "Δεν θέλω να σε ξαναδώ με γάντια σ’ αυτό το χρώμα" συνέχισε. Αν και ήταν αρκετά μεγάλη έβγαλε τα γάντια της με ένα βλέμμα ενοχής και τα έκρυψε στην τσάντα της. Μία αυτοκράτειρα που συνεργαζόταν μαζί του, με αυστηρό τρόπο του διαμήνυσε πως αν δεν μειώσει τις τιμές του θα τον αφήσει. "Δεν μπορείς" της απάντησε και στην πραγματικότητα αυτό συνέβη, καθώς έμεινε μαζί του μέχρι το τέλος. 

Και για το Harper’s Bazar, αυτό ήταν η πραγματική μόδα...