X

H ψυχολόγος μας απαντά: Γιατί κρατάμε ρούχα που δεν φοράμε;

Με τη βοήθεια της ψυχολόγου - Ψυχοθεραπεύτριας Άντζελα Τζάνου επιχειρούμε να εξηγήσουμε μια συνήθεια που περιγράφει τους περισσότερους από εμάς.

Είναι μια απ' αυτές τις μέρες που έχω παραδοθεί στο doomscrolling χαζεύοντας αφιλτράριστα ότι μου παρουσιάζει το feed του Instagram: από χαριτωμένα ζωάκια μέχρι αναλύσεις για τη μόδα. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται μπροστά μου ένα ποστ με εικονογράφιση που αναρωτιέται γιατί κρατάμε τα ρούχα που δεν φοράμε. Η ανάρτηση έγραφε: "Καμιά φορά είναι οι αναμνήσεις. Καμιά φορά οι ενοχές. Και κάποιες άλλες η σκέψη "αν το χρειαστώ αργότερα;"". Κοιτάζω προς το δωμάτιο που είναι τακτοποιημένα τα ρούχα που φοράω σχεδόν καθημερινά: όλα και όλα είναι συγκεντρωμένα σε μια στενή σιδερένια ράγα ρούχων. Παραδίπλα, παρατεγμένα τα παπούτσια μου. Σκέφτομαι ότι είναι εκεί γιατί απλά δεν χωράνε στις ντουλάπες μου, και ορίστε, να ' μαι κι εγώ ανάμεσα σ' όλους αυτούς που δυσκολεύονται να αποχωριστούν πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι έχω βελτιωθεί πολύ από το παρελθόν (και ό,τι μάλλον έχουμε και περιορισμένους χώρους στο σπίτι), αλλά νιώθω ότι γνωρίζω καλά τι είναι αυτά που περιγράφει το ποστ. 

Διαβάστε Επίσης

Επειδή μόνη μου, ωστόσο, δεν μπορώ να δώσω μια εμπεριστατωμένη απάντηση σ' αυτό το "γιατί", απευθύνθηκα στην ψυχολόγο - ψυχοθεραπεύτρια Gestalt Άντζελα Τζάνου (enpsycho.gr), με την οποία έχουμε συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν. Τις έθεσα, λοιπόν, τις απορίες μου και εκείνη μας δίνει την επιστημονική ματιά πάνω σ' ένα θέμα που δεν περιορίζεται απλά στη μόδα ⋅ αντανακλά ένα κομμάτι του εαυτού μας.

Παραδίπλα, παρατεγμένα τα παπούτσια μου. Σκέφτομαι ότι είναι εκεί γιατί απλά δεν χωράνε στις ντουλάπες μου, και ορίστε, να ' μαι κι εγώ ανάμεσα σ' όλους αυτούς που δυσκολεύονται να αποχωριστούν πράγματα. 

Πάμε να δούμε τι μας απαντά η ψυχολόγος: 

-Γιατί κρατάμε ρούχα που γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται να ξαναφορέσουμε; Τι μας συμβαίνει ψυχολογικά;

Το ρούχο σπάνια είναι απλά ρούχο. Είναι μια εκδοχή του εαυτού σου κρεμασμένη στην ντουλάπα - αυτή που ήσουν, αυτή που ελπίζεις να ξαναγίνεις, ή αυτή που φοβάσαι να αφήσεις πίσω. Στη Gestalt ψυχοθεραπεία το έχουμε ονομάσει "ανοιχτό λογαριασμό" - μια διαδικασία, μια σχέση που δεν έχει κλείσει μέσα σου, οπότε διατηρείται προσβάσιμη αλλά για να μπορέσεις να το "τακτοποιήσεις" κάποια άλλη φορά. Το να το πετάξεις σημαίνει να πεις "αυτό τελείωσε". Και το μυαλό, πολύ λογικά, αποφεύγει τέτοια οριστικά κλεισίματα όποτε μπορεί.

-Τι δηλώνει για την προσωπικότητά μας αυτή η "αδυναμία";

Δείχνει πόσο άνετα (ή όχι) αντέχεις τη μετάβαση. Ότι οι φάσεις κλείνουν, ότι το σώμα αλλάζει, ότι ο άνθρωπος που ήσουν στα 25 δεν χρειάζεται να παραμείνει μαζί σου μέσω ενός παντελονιού. Όσοι κρατάνε περισσότερο δεν είναι απαραίτητα πιο συναισθηματικοί, συχνά έχει φανεί ότι έχουν μάλλον μεγαλύτερη ανάγκη ελέγχου μέσα σε κάτι ρευστό.

-Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο "κρατάω κάτι από συναισθηματική αξία" και στο "δεν μπορώ να το αποχωριστώ"; Πότε γίνεται προβληματικό;

Η διαφορά είναι στο πώς σε κάνει να νιώθεις το αντικείμενο και όχι το αντικείμενο καθαυτό. Όταν κάτι έχει πραγματική συναισθηματική αξία, το βλέπεις, το αναγνωρίζεις, δεν σε βαραίνει. Όταν δεν μπορείς να το αποχωριστείς, λειτουργεί σαν υποκατάστατο - κρατάς το αντικείμενο γιατί δεν έχεις επεξεργαστεί το συναίσθημα πίσω από αυτό. Γίνεται πρόβλημα όταν η ντουλάπα γεμίζει με αναμονή και νοσταλγία, αλλά χωρίς το εδώ και τώρα.

-Τι σημαίνει όταν μια γυναίκα κρατά στην ντουλάπα ρούχα στα οποία δεν μπαίνει με την ελπίδα ότι "κάποια μέρα θα μου κάνουν";

Πάρα πολύ συχνό αυτό - δυστυχώς. Συνήθως, δεν κρατάς το ρούχο, κρατάς μια υπόσχεση προς τον εαυτό σου. Και συχνά η υπόσχεση δεν είναι "θα αδυνατίσω", είναι "κάποια μέρα θα αξίζω". Οπότε το ρούχο γίνεται μετρητής αξίας, όχι απλώς μέγεθος. Αυτό είναι το σημείο που αξίζει να σταθεί κανείς, όχι στο νούμερο της ετικέτας.

-Γιατί ορισμένες φορές νιώθουμε ενοχές που αποχωριζόμαστε ή δίνουμε κάτι από τα ρούχα που δεν χρησιμοποιούμε;

Τις περισσότερες φορές οι ενοχές δεν αφορούν το ρούχο. Αφορούν την ιδέα ότι "το πλήρωσα, άρα δεν έχω δικαίωμα να το αφήσω" - σαν να είναι ηθικό θέμα και όχι πρακτικό. Και υπάρχει κι ένα δεύτερο επίπεδο: αν αποχωριστούμε το αντικείμενο, αποχωριζόμαστε και τη στιγμή, τη σχέση ή τον εαυτό που το φόρεσε τότε. Βοηθάει, πάντως, το πού πάει το ρούχο. Όταν το δίνεις σε κάποιον συγκεκριμένο - μια φίλη, ένα ίδρυμα - ο αποχωρισμός γίνεται συνέχεια αντί για απώλεια. Το ρούχο συνεχίζει να ζει κάπου αλλού, κι αυτό ξεκλειδώνει ανθρώπους που αλλιώς κολλάνε στο πέταγμα.

-Πόσο έχει επηρεάσει τη σχέση μας με τα ρούχα η σύγχρονη εποχή του fast fashion και των social media;

Άλλαξαν τον ρυθμό, όμως παραμένει ίδια η ανάγκη. Αγοράζουμε πιο γρήγορα, νιώθουμε πιο γρήγορα, ξεχνάμε πιο γρήγορα. Στο βάθος όμως καταναλώνουμε για να γεμίσουμε κάτι που δεν γεμίζει με αγορές - μια ανάγκη για σταθερότητα, για νόημα, για την αίσθηση ότι είμαστε αρκετοί. Το fast fashion υπόσχεται ακριβώς αυτό: ότι το επόμενο ρούχο θα κλείσει το κενό. Και επειδή δεν το κλείνει ποτέ, γυρνάς πάλι για το επόμενο. Τα social media απλώς επιταχύνουν τον κύκλο - σου δείχνουν συνέχεια ποια θα μπορούσες να είσαι, ποτέ ποια είσαι. Η ψυχική ανάγκη για ουσία δεν επιταχύνθηκε παράλληλα με την κατανάλωση, κι αυτό το χάσμα είναι που γεννάει την ενοχή και τη ματαίωση - όχι το ίδιο το ρούχο.

-Γιατί συχνά μας είναι πιο εύκολο να αγοράσουμε κάτι καινούργιο παρά να αποχωριστούμε κάτι παλιό; Και παρόλα αυτά καταλήγουμε να φοράμε ξανά και ξανά τα ίδια;

Γιατί η αγορά είναι υπόσχεση προς το μέλλον, ενώ ο αποχωρισμός είναι διαπραγμάτευση με το παρελθόν. Το ένα σε γεμίζει ελπίδα, το άλλο σε βάζει να κοιτάξεις κατάματα κάτι που τελείωσε. Έτσι, η ντουλάπα μεγαλώνει από τη μία άκρη χωρίς να αδειάζει από την άλλη. Και το παράδοξο είναι ότι μέσα σε όλα αυτά τα ρούχα, φοράμε πάντα τα ίδια πέντε. Γιατί αυτά είναι τα ρούχα του πραγματικού εαυτού, του εδώ και τώρα - όχι της γυναίκας που ελπίζουμε να γίνουμε ή που φοβόμαστε να αφήσουμε. Τα υπόλοιπα είναι σενάρια. Αυτά που φοράμε καθημερινά είναι η αλήθεια για το ποιοι είμαστε τώρα, κι εκεί κρύβεται συνήθως και η απάντηση στο τι μπορεί να φύγει.

-Πώς μπορούμε να καταλάβουμε ότι κρατάμε ένα ρούχο για λάθος λόγους;

Αν η σκέψη γι' αυτό φέρνει άγχος αντί για ουδετερότητα, αν αποφεύγεις να το κοιτάξεις, αν η δικαιολογία σου είναι πάντα υποθετική ("μπορεί", "κάποια μέρα") - αυτά είναι σημάδια ότι κρατάς κάτι για λόγους που δεν έχουν σχέση με το ίδιο το ρούχο.

-Ποια βήματα πρέπει να κάνουμε πριν αποφασίσουμε αν θα κρατήσουμε ή θα αποχωριστούμε ένα ρούχο;

Λίγες ερωτήσεις αρκούν: Πότε το φόρεσα τελευταία φορά; Θα το αγόραζα σήμερα; Πως φαντάζομαι ότι θα είναι αν δεν το έχω πια; Αν η απάντηση φέρνει ανακούφιση, μπορεί να φύγει. Αν φέρνει άγχος, αξίζει να δεις τι ακριβώς φοβάσαι να χάσεις - σίγουρα δεν είναι το ύφασμα.

-Γιατί η οργάνωση και το ξεσκαρτάρισμα της ντουλάπας λειτουργεί συχνά σαν ψυχική αποφόρτιση; Και γιατί ενώ το ξέρουμε, συχνά το καθυστερούμε ή το παραβλέπουμε;

Γιατί είναι μια μικρή πράξη τάξης πάνω σε κάτι χαοτικό, όχι μόνο στον χώρο αλλά και στην αφήγηση της ζωής σου. Και το αναβάλλουμε ακριβώς γιατί κάθε ρούχο είναι μια μικρή απόφαση αντιπαράθεσης με το παρελθόν, κι αυτό ζητάει ενέργεια που δεν έχουμε πάντα - πιο εύκολο μοιάζει να μείνει η ντουλάπα κλειστή.

Διαβάστε Επίσης