Τελευταία η Claire Foy έχει έρθει σε επαφή με την άγρια πλευρά της – και με αυτό δεν εννοεί ότι διασκεδάζει μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Αντίθετα, η ηθοποιός έχει αφιερωθεί στο να "βυθιστεί" στον κόσμο της φύσης και, πιο συγκεκριμένα, να τελειοποιήσει την τέχνη της εκπαίδευσης αρπακτικών πουλιών. "Μου φαίνεται κάπως αστείο που το έκανα" λέει για το πολύ εξειδικευμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης γερακιών που ακολούθησε καθώς προετοιμαζόταν για τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου "H is for Hawk" (2014) της Έλεν Μακντόναλντ, σε σκηνοθεσία Φιλίπα Λόουθορπ.
"Αλλά το λάτρεψα, γιατί συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει αρκετή άγρια πλευρά στη ζωή μας. Η σύγχρονη ζωή μπορεί να είναι αποστειρωμένη – δεν είναι βρόμικη, δεν είναι άσχημη, δεν είναι ακατάστατη. Κάποιες φορές νιώθεις τόσο αποκομμένος από την πραγματικότητα του κόσμου, του αληθινού κόσμου, όχι αυτού που έχουμε χτίσει επάνω του. Το να είμαι με αυτά τα πουλιά με έκανε να νιώθω ηρεμία..."
Συναντώ την Κλερ Φόι στους κομψούς χώρους του Mortimer House, μιας λέσχης μελών στη Φιτζρόβια, ενός κόσμου πολύ μακριά από τα άγρια τοπία του βιβλίου της Μακντόναλντ, που εκτυλίσσεται στην ύπαιθρο των Brecklands γύρω από το Κεϊμπριτζσάιρ, αν και πολλές από τις σκηνές στην εξοχή γυρίστηκαν τελικά στην Ουαλία. Έχει καταφέρει να στριμώξει τη συνέντευξή μας μέσα σε ένα φορτωμένο πρόγραμμα γυρισμάτων, οπότε ίσως δεν είναι περίεργο που ένα κομμάτι της αναπολεί την άγρια φύση. Υπάρχει, παραδέχεται, κάτι στο "H is for Hawk" που καθιστά πιο δύσκολο το να αφήσει πίσω αυτό το έργο σε σχέση με άλλα projects.

Για όσους δε γνωρίζουν το βιβλίο της Μακντόναλντ, είναι μια ιστορία για το πένθος και το πώς επιβιώνουμε μετά την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Η Φόι υποδύεται την Έλεν, μια ακαδημαϊκό στο Κέιμπριτζ, που προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο μετά τον θάνατο του πατέρα της, τον οποίο υποδύεται υπέροχα ο Μπρένταν Γκλίσον. "Είναι ένα πραγματικά ζωντανό βιβλίο και νομίζω ότι οι άνθρωποι δεν το ξεχνούν" λέει η Φόι. "Θα το διαβάσουν πολλές φορές ή ίσως θα το δώσουν σε άλλους που πενθούν. Η Έλεν Μακντόναλντ έχει τον τρόπο να μετατρέπει κάτι επώδυνο και σκοτεινό σε μια γραφή απίστευτα ποιητική, αλλά ταυτόχρονα προσιτή".
Η Φόι συνάντησε την ίδια τη συγγραφέα μέσω Zoom πριν από τα γυρίσματα, ενώ άκουσε την ηχογραφημένη έκδοση του βιβλίου. Αυτό τη βοήθησε να ενσαρκώσει τον χαρακτήρα χωρίς να πλησιάσει υπερβολικά την πραγματική ζωή. "Όταν υποδύεσαι κάποιον που είναι πραγματικός, πρέπει να σκεφτείς τι μπορείς να κάνεις για να επικοινωνήσεις ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος χωρίς να τον μιμηθείς. Επιλέγεις προσεκτικά εκείνα τα στοιχεία που σε αγγίζουν συναισθηματικά και προσπαθείς να μην το παρακάνεις… Δε θέλεις να γίνεις βρικόλακας επάνω στον χαρακτήρα!" προσθέτει γελώντας.

Ο μοναδικός τρόπος της Έλεν να αντιμετωπίζει το πένθος, που περιλαμβάνει την απόκτηση και την εκπαίδευση ενός γερακιού, το οποίο ονομάζει Mabel, σήμαινε ότι η Φόι έπρεπε να μάθει να αισθάνεται άνετα με ένα πλάσμα που στην ταινία περιγράφεται ως "το πιο άγριο και τρελό από τα αρπακτικά πουλιά". Μια λιγότερο θαρραλέα ηθοποιός ίσως απέφευγεμια τέτοια πρόκληση, αλλά η Φόι δεν πτοήθηκε. "Δεν ξέρω αν είχα πραγματικά χώρο να αγχωθώ. Το βουνό που έπρεπε να ανέβω ήταν τόσο μεγάλο, που σκέφτηκα: "Καλά, απλά πρέπει να το κάνω”" αναλογίζεται.
Η γρήγορη μύησή της στην εκπαίδευση γερακιών προσδίδει στην ερμηνεία της ένα επιπλέον επίπεδο αυθεντικότητας. "Ήταν πολύ κοντά στην πραγματικότητα", παραδέχεται η Φόι, "κι αυτό είναι τελικά το ζητούμενο σε κάθε ερμηνεία. Εδώ ήταν απλά μια απίστευτα καθαρή εκδοχή, γιατί ο συμπρωταγωνιστής σου είναι ένα γεράκι, και αυτό δεν προσποιείται. Εσύ είσαι ο μόνος που προσποιείσαι". Παρόλο που η Φόι δε θα χαρακτήριζε ποτέ τον εαυτό της method actress, η διαδικασία των γυρισμάτων της ταινίας "H is for Hawk", κατά την οποία φόρεσε μερικά από τα ρούχα της Μακντόναλντ και χρησιμοποίησε τα προσωπικά της αντικείμενα, την ενθουσίασε.
"Μου αρέσει τα πράγματα να φαίνονται όσο το δυνατόν πιο αληθινά, γιατί τότε είναι πιο εύκολο να μεταφερθείς νοητικά σε μια κατάσταση" λέει. Αυτή δεν είναι μια ταινία που ακολουθεί τη συμβατική πορεία του Χόλιγουντ για το μαρτύριο και τη λύτρωση. Η Έλεν σίγουρα κάνει βήματα προόδου στην αντιμετώπιση του πένθους της καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει θεραπευτεί μέχρι το τέλος. "Είναι σίγουρα ελπιδοφόρο, αλλά νομίζω ότι η ελπίδα πηγάζει από την ίδια την πραγματικότητα" αναλογίζεται η Φόι. "Όλοι θα πεθάνουμε. Το γεγονός ότι αυτή είναι μια σκοτεινή αλήθεια δε σημαίνει ότι πρέπει να στερείται ελπίδας και σίγουρα δε σημαίνει ότι δεν είναι όμορφο".

Στο παρελθόν έχει μιλήσει για σοβαρές κρίσεις άγχους που βίωσε σε διάφορες στιγμές της καριέρας της, αλλά έχει δουλέψει σκληρά για να τις ξεπεράσει. "Αυτό που έκανα ήταν να συνειδητοποιήσω ότι δεν μπορούσα να ζήσω έτσι. Ήταν σαν να βλέπω τον εαυτό μου απέξω και να σκέφτομαι: "Αυτό είναι ανυπόφορο, κάτι πρέπει να γίνει”" επισημαίνει. "Πάντα ήμουν αποφασισμένη να αλλάξω και να μην ανέχομαι την περιορισμένη εικόνα του εαυτού μου που εγώ η ίδια υπέθετα ότι είμαι".
Μέρος της τόλμης της, εξηγεί, οφείλεται στις δύο σοβαρές ασθένειες που αντιμετώπισε στην εφηβεία. Πρώτον, μια περίπτωση νεανικής αρθρίτιδας που την ανάγκασε να χρησιμοποιεί πατερίτσες για ένα διάστημα, και, δεύτερον, έναν καλοήθη όγκο στο μάτι που διαγνώστηκε στα 18 και χρειάστηκε μακροχρόνια αγωγή με στεροειδή για να θεραπευτεί. "Επειδή αρρώστησα σε πολύ μικρή ηλικία, νομίζω ότι κατάλαβα τι σημαίνει η ζωή – και τι υπάρχει να χάσεις" σημειώνει. "Και αυτό σήμαινε ότι δε σπατάλησα τον χρόνο μου. Είμαι αρκετά αποφασιστική ως άτομο. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πολύς χρόνος για να μην προχωράω μπροστά".
Ως νεαρή ηθοποιός που έκανε τα πρώτα της βήματα στον χώρο του θεάματος, προχώρησε ακάθεκτη, παρά το γεγονός ότι αρχικά δεν πίστευε ότι είχε πιθανότητες επιτυχίας. "Παρακολουθούσα πολλές τηλεοπτικές σειρές και ταινίες όταν ήμουν παιδί και περιστασιακά πήγαινα στο θέατρο, αλλά δεν ήξερα ότι ήθελα να ασχοληθώ με την υποκριτική, γιατί πίστευα ότι δεν ήταν ανοιχτή για μένα" αναφέρει η Φόι, που γεννήθηκε στο Στόκπορτ και μεγάλωσε στο Μάντσεστερ και το Λιντς, πριν η οικογένειά της μετακομίσει στο Μπάκιγχαμσαϊρ λόγω της δουλειάς του πατέρα της ως πωλητή στη Rank Xerox.
Σπούδασε θέατρο στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ και παρακολούθησε ένα ετήσιο πρόγραμμα στο School of Drama της Οξφόρδης, όπου άρχισε σταδιακά να "κατανοεί τη γλώσσα της υποκριτικής". Ακόμα και τότε, λέει, "ένιωθα ότι δεν αξίζω να γίνω ηθοποιός, μέχρι να πάρω την πρώτη μου δουλειά". (Ο ελιτισμός, που είναι εγγενής στον κλάδο της, εξακολουθεί να την ενοχλεί: "Νομίζω ότι πρέπει να γίνει κάτι ώστε οι άνθρωποι να μη νιώθουν ότι αυτός ο χώρος είναι μόνο για τους εκλεκτούς, γιατί σίγουρα δεν είμαι ένας από αυτούς!").

Ευτυχώς, αυτή η "πρώτη δουλειά" ήρθε γρήγορα. Μετά από μικρούς ρόλους στο θέατρο και στην τηλεόραση επιλέχθηκε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη σειρά του BBC "Little Dorrit" το 2008, μόλις έναν χρόνο μετά την αποφοίτησή της. Ήταν ένα ντεμπούτο που προμήνυε συνεχείς επιτυχίες σε ιστορικές δραματικές σειρές, ένα είδος που αγαπά ιδιαίτερα, έχοντας μεγαλώσει με τηλεοπτικές σειρές όπως το "Pride
and Prejudice". Ακολούθησε ένας επαναλαμβανόμενος ρόλος στη σειρά "Upstairs, Downstairs" από το 2010 έως το 2012, πριν από την υποψηφιότητά της για βραβείο BAFTA για την ερμηνεία της ως Anne Boleyn στην τηλεοπτική προσαρμογή του βιβλίου "Wolf Hall" της Χίλαρι Μαντέλ.
Και ύστερα, φυσικά, ήρθε το "The Crown", που έκανε πρεμιέρα στο Netflix το 2016 και εκτόξευσε την καριέρα της Φόι στη στρατόσφαιρα. Ο ρόλος της βασίλισσας Ελισάβετ Β' δεν είναι εύκολος να φορεθεί –ούτε, βέβαια, να αποτιναχθεί–, όμως η Φόι ανταποκρίθηκε στην πρόκληση με πάθος, αφοσίωση και μια υγιή δόση πρακτικότητας. "Είχα ήδη δέκα χρόνια καριέρας ως ηθοποιός μέχρι τότε, οπότε και μια καλή εικόνα για το πώς λειτουργούν τα πράγματα και αρκετή εμπειρία για να ξέρω ότι επρόκειτο απλώς για έναν ακόμα ρόλο" λέει, υποβαθμίζοντας χαρακτηριστικά τα επιτεύγματά της. "Φυσικά, είναι εξαιρετικά σπάνιο να σε παρακολουθεί τόσος κόσμος για κάτι που κάνεις, οπότε είμαι πραγματικά περήφανη.
Παρ’ όλα αυτά, σκεφτόμουν: "Είμαι η ίδια ηθοποιός που ήμουν πριν από έξι μήνες, κάνοντας ακριβώς την ίδια δουλειά. Αυτό ήταν καλό για μένα, γιατί σήμαινε ότι ήμουν πρόθυμη να θαυμάζω αυτές τις εξαιρετικές εμπειρίες που ζούσα, αντί να παρασύρομαι από τον θόρυβο γύρω τους”". Αυτή η "συνετή" στάση έχει αποδειχθεί πολύτιμη για τη Φόι καθώς η φήμη της μεγαλώνει. Τη βοηθά, όπως λέει, το γεγονός ότι σπάνια την αναγνωρίζουν όταν κυκλοφορεί δημόσια, αλλά και το ότι αποφεύγει να εμπλέκεται στον δημόσιο διάλογο, εκτός αν έχει κάτι ουσιαστικό να προσθέσει.

"Αυτό που πιστεύω, ποια είμαι και ποια είναι η στάση μου απέναντι στα πράγματα αλλάζει συνεχώς, όπως συμβαίνει με όλους, και δεν έχω καμία απολύτως επιθυμία να συζητώ ή να διακηρύσσω οτιδήποτε πέρα από αυτό που κάνω ως ηθοποιός" δηλώνει και προσθέτει: "Αν μιλάς απλώς για να κάνεις θόρυβο, μάλλον πρέπει να σωπάσεις, γι’ αυτό κι εγώ συνήθως σωπαίνω". Για παρόμοιους λόγους δεν είναι ενεργή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία θεωρεί βαθιά επιβλαβή τόσο για τη δική μας όσο και για τις επόμενες γενιές. "Η απέχθειά μου γι’ αυτά είναι σχεδόν βιτριολική" λέει. "Θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο μέσο που να εμπλουτίζει τη ζωή και να την κάνει καλύτερη, όχι χειρότερη, και δε νομίζω ότι αυτό συμβαίνει αυτή τη στιγμή.
Είναι πολύ παράξενο να παρακολουθείς όλα αυτά απέξω, να βλέπεις ότι τα πάντα αλλάζουν και να μην αισθάνεσαι ότι αλλάζεις μαζί τους". Ίσως αυτή η αίσθηση νοσταλγίας για τον κόσμο πριν από το Διαδίκτυο να εξηγεί και την έλξη της Φόι προς το επόμενο project της: μια σύγχρονη επανερμηνεία του παιδικού βιβλίου του 1943 της Ένιντ Μπλάιτον, "The Magic Faraway Tree", η οποία, όπως και το "H is for Hawk", αποτελεί έναν εορτασμό της ομορφιάς και της απλότητας της φύσης,
αποτίοντας ταυτόχρονα φόρο τιμής στην αθωότητα του παιδικού παιχνιδιού και τη δύναμη της φαντασίας.
Η Φόι υποδύεται εδώ μια μητέρα τριών παιδιών που, αφού χάνει τη δουλειά της, συμφωνεί να ακολουθήσει τον σύζυγό της (Άντριου Γκάρφιλντ) στην προσπάθειά τους να πραγματοποιήσουν το κοινό τους όνειρο να μετακομίσουν στην εξοχή και να καλλιεργούν ντομάτες. "Ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα να κάνω σε αυτή τη φάση της ζωής μου… Αγαπώ τα παιδιά, ούτως ή άλλως, και ήταν υπέροχο να βρίσκομαι ανάμεσα σε παιδιά και να είμαι πιο ανέμελη" λέει η Φόι, η οποία μεγαλώνει από κοινού με τον πρώην σύζυγό της, Στίβεν Κάμπελ Μουρ, τη δεκάχρονη κόρη τους, Άιβι Ρόουζ. "Στην ουσία, είχε να κάνει με το να βρίσκεις τη μαγεία σε κάθε στιγμή".
Η ζωή στο βόρειο Λονδίνο και η διαχείριση του καθημερινού πανικού με τη μεταφορά και την παραλαβή των παιδιών από το σχολείο παράλληλα με ένα απαιτητικό πρόγραμμα γυρισμάτων πρέπει, υποθέτω, να κάνει δύσκολο το να θυμάσαι να βλέπεις τη μαγεία κάποιες φορές. "Σίγουρα το να έχεις δουλειά και να είσαι γονιός είναι ένα χάος – αυτή είναι η αλήθεια" επισημαίνει. "Όσον αφορά τα γυρίσματα ταινιών και τηλεοπτικών σειρών, οι ώρες δεν ευνοούν τη ζωή με οικογένεια, οπότε χρειάζονται πολλά "ζογκλερικά” και να ελπίζεις ότι όλα θα πάνε καλά". Ευτυχώς, με την επιτυχία ήρθε και η πολυτέλεια της επιλογής, οπότε η Φόι μπορεί πλέον να αποφασίζει πότε θα πάρει άδεια για να είναι με την κόρη της και τον νέο της σύντροφο, τον μουσικό Τσάρλι Κάνινγκχαμ, εστιάζοντας παράλληλα σε ρόλους που την ενδιαφέρουν περισσότερο.

"Πρέπει να βγάζω τα προς το ζην, αλλά ταυτόχρονα, αν μπορώ να έχω τη δυνατότητα να δημιουργώ πράγματα που έχουν σκοπό πέρα από το "απλώς για να πληρωθώ” ή "για να υπάρχει κάτι στην τηλεόραση”, αυτός είναι ο στόχος, πραγματικά".
Ένα τέτοιο project που βρίσκεται ήδη σε παραγωγή είναι η ταινία "Ink", σε σκηνοθεσία Ντάνι Μπόιλ, βασισμένη στο θεατρικό έργο του Τζέιμς Γκράχαμ για την άνοδο της αυτοκρατορίας του Ρούπερτ Μέρντοχ. Η Φόι υποδύεται μια φιλόδοξη
ρεπόρτερ που προσπαθεί να καθιερωθεί σε ένα περιβάλλον που κυριαρχείται από άνδρες. "Είναι ένας φόρος τιμής στις γυναίκες δημοσιογράφους που ξεπέρασαν τα όρια και, πολύ αργά αλλά σταθερά, κατάφεραν να εισέλθουν σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο" τονίζει. Μια λιγότερο σοβαρή προσθήκηστο ενεργητικό της θα είναι το "Savage House", μια μαύρη κωμωδία εποχής που πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα, με πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ, τον οποίο η Φόι αποκαλεί "μια εντελώς μοναδική εκρηκτική προσωπικότητα".
"Είναι αστείο και ανάλαφρο – μια μικρή δόση ξεγνοιασιάς". Αν υπάρχει ένα κοινό στοιχείο στους ρόλους που επιλέγει, είναι ότι νοιάζεται ειλικρινά γι’ αυτούς. "Δεν είμαι καλή στο να προσποιούμαι" λέει γελώντας. "Θα δυσκολευόμουν πολύ να κάνω κάτι αν δεν το ήθελα πραγματικά".
Όσο για το τι ακολουθεί, η Φόι ελπίζει να βρει χρόνο για τα χόμπι της. "Θα ήθελα να ασχοληθώ με την κεραμική" αναφέρει. "Η υποκριτική έχει απασχολήσει τόσο πολύ το μυαλό μου και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, που νομίζω ότι πρέπει να στραφώ σε άλλες μορφές δημιουργικής έκφρασης".
Ωστόσο, θα αντισταθεί σε κάθε πίεση να αποσυρθεί από την υποκριτική. "Νομίζω ότι η βιομηχανία του θεάματος δυσκολεύεται με τις γυναίκες μεταξύ 45 και 60 ετών. Δεν ξέρουν τι να τις κάνουν. Είναι σαν να λένε: "Ποια είσαι; Δεν είσαι μητέρα. Είσαι μητέρα; Ή είσαι γιαγιά;”". Κάνει μια μικρή παύση για να σκεφτεί. "Πάντα ένιωθα ότι είναι δική μου ευθύνη να υποδύομαι τις γυναίκες που γνωρίζω και συμπαθώ, που υπάρχουν εκεί έξω… Και αν μπορώ να το κάνω αυτό, θα το κάνω". Το κοινό σίγουρα θα της είναι ευγνώμον γι’ αυτό.
Από τη Frances Hedges
Φωτογραφίες: Agata Pospieszynska Styling: Charlie Harrington

