Εισαγωγή στον ανεπανάληπτο anime κόσμο του Χαγιάο Μιγιαζάκι

Ένας οδηγός για τη φιλμογραφία του κορυφαίου εν ζωή δημιουργού κινουμένων σχεδίων, ο οποίος επιστρέφει στις αίθουσες με την ταινία "Το Αγόρι και ο Ερωδιός".

HARPER'S BAZAAR TEAM

Ο 83χρονος σκηνοθέτης Χαγιάο Μιγιαζάκι αθέτησε, ευτυχώς, για πολλοστή φορά την υπόσχεσή του να αποσυρθεί από την ενεργό δράση και έκανε ακόμα μία σπουδαία προσθήκη στη μακρά φιλμογραφία του με το anime "Το Αγόρι και ο Ερωδιός". Η ταινία, η οποία έχει ήδη αποσπάσει Χρυσή Σφαίρα καλύτερου κινουμένου σχεδίου και είναι φαβορί για το αντίστοιχο Όσκαρ, αφηγείται την υπαρξιακή οδύσσεια ενός αγοριού που αναζητά τη μητέρα του σε έναν κόσμο μεταξύ ζωής και θανάτου.

Τα χαρακτηριστικά υφολογικά στοιχεία του Ιάπωνα δημιουργού, αλλά και οι σταθερές θεματικές που τον απασχολούν, επανέρχονται με φρέσκια δυναμική σε ένα έργο εντυπωσιακής εικονογραφίας και ειλικρινούς φιλοσοφικής αναζήτησης, το οποίο μας προσφέρει την ιδανική αφορμή για να θυμηθούμε γιατί ο Μιγιαζάκι παραμένει ασυναγώνιστος στον τομέα του. Στο συνοπτικό οδηγό που ακολουθεί ανατρέχουμε στις πιο χαρακτηριστικές δημιουργίες του σκηνοθέτη, καθώς η συνολική δουλειά του αποτελείται από τριάντα κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές, χωρίς καν να υπολογίζουμε τα manga που έχει εκδώσει. Μέσα από φιλμ-σημεία αναφοράς, λοιπόν, αναδεικνύουμε τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο Μιγιαζάκι καθόρισε το είδος του animation, παραμένοντας ταυτόχρονα ένας από τους πλέον λαοφιλείς σκηνοθέτες.

Δοκιμαστικές πτήσεις

Ο Μιγιαζάκι ξεκίνησε την καριέρα του στα γραφεία του ιστορικού στούντιο Τοέι τη δεκαετία του ’60, ως μία από τις τελευταίες προσλήψεις που έκανε η εταιρεία. Σταδιακά ανελίχθηκε στο χώρο του animation, συμμετέχοντας ως σχεδιαστής σε μια σειρά από πρότζεκτ, προτού σκηνοθετήσει, στις αρχές των 70s, μαζί με τον εμβληματικό Ισάο Τακαχάτα, την τηλεοπτική μεταφορά του manga "Lupin III". Χάρη στην επιτυχία της σειράς, μερικά χρόνια αργότερα ο Ιάπωνας πραγματοποίησε το σόλο σκηνοθετικό ντεμπούτο του με την κινηματογραφική διασκευή της ("The Castle of Cagliostro", 1979). Ωστόσο, άρχισε να καθιερώνεται αμέσως μετά με το απίθανο sci-fi "Nausicaä of the Valley of the Wind" (1984), στο οποίο αποκρυσταλλώνονται τα κύρια συστατικά της αισθητικής του, όπως και το μουσικό ύφος, αφού το σάουντρακ συνθέτει ο στο εξής σταθερός συνεργάτης Τζο Χασαΐσι. Η πλοκή τοποθετείται χίλια χρόνια από ένα αποκαλυπτικό γεγονός, πιθανότατα πυρηνικό ολοκαύτωμα, το οποίο έχει καταστρέψει το φυσικό περιβάλλον και έχει ωθήσει την ανθρωπότητα στα πρόθυρα του αφανισμού. Τότε, η εμπνευσμένη από την ομηρική "Οδύσσεια" πριγκίπισσα Ναυσικά μοιράζεται με το λαό της μια ανακάλυψη ικανή να προστατέψει το μέλλον τους, αλλά σύντομα βρίσκεται στη μέση μιας παράλογης εμπόλεμης διαμάχης. Εδώ ο Μιγιαζάκι ξεδιπλώνει το ταλέντο του στην κοσμογονία, ενώ παράλληλα παρουσιάζει μια οριακή συναισθηματική ισορροπία. Από τη μία υπάρχει η σαφέστατη δυστοπία (ένας πλανήτης που πεθαίνει) και από την άλλη η ακαταμάχητη ελπίδα (ο ιδεαλιστικός ρομαντισμός της Ναυσικάς). Επιπλέον, θίγεται ανοιχτά το κόστος της ανθρώπινης δραστηριότητας και της τεχνολογικής ανάπτυξης στη φύση, όπως επίσης η απεικόνιση των πτήσεων ως μέσο τόσο διαφυγής όσο και πολέμου. Δίπολο που κυριαρχεί στο μεταγενέστερο "Porco Rosso" (1992) που τοποθετείται στην Ιταλία του Μεσοπολέμου και έχει ως ήρωα έναν βετεράνο πιλότο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος εξαιτίας μιας κατάρας μοιάζει με γουρούνι – αλλά το προτιμά από το να είναι φασίστας…

Δείτε περισσότερα στο athinorama.gr