Ως fashion editor έχω αναφερθεί πολλές φορές στην έννοια του dopamine dressing είτε γράφοντας για κάποια τάση που επαναφέρει τα έντονα χρώματα στη μόδα είτε παρατρύνοντας τις αναγνώστριες να φορέσουν χρώμα για να τους... φτιάξει η διάθεση. Όμως, πόση αλήθεια κρύβει αυτός ο ισχυρισμός; Μία σύντομη έρευνα αποκαλύπτει εύκολα το εξής: Το dopamine dressing έχει επιστημονικές συγγένειες με την ψυχολογία των χρωμάτων και της ένδυσης (κυρίως μέσα από τη θεωρία της γνωστικής συσχέτισης), αλλά η υπόσχεσή του για αύξηση της ντοπαμίνης, του νευροδιαβιβαστή που συχνά αποκαλείται "ορμόνη της χαράς", δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά.
"Το χρώμα δεν είναι χάπι", θα μου πει η ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια Gestalt Άντζελα Τζάνου (enpsycho.gr), δίνοντας μια διαφορετική διάσταση στο ερώτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησής μας: Μπορεί ένα χρώμα να επηρεάσει τη διάθεσή μας ή μήπως η διάθεσή μας καθορίζει τα χρώματα που επιλέγουμε; Και μας εξηγεί γιατί ορισμένες ημέρες αναζητούμε έντονες αποχρώσεις, ενώ άλλες αισθανόμαστε μεγαλύτερη άνεση με τις πιο σκούρες, και πώς αυτές οι προτιμήσεις συνδέονται με την ανάγκη μας για αυτοέκφραση.
Τι δηλώνουν τα χρώματα που επιλέγουμε να φοράμε;
Το χρώμα δεν είναι ποτέ ουδέτερη επιλογή. Είναι επικοινωνία πριν καν ανοίξουμε το στόμα μας, πριν χαιρετήσουμε, πριν πούμε το όνομά μας. Το πώς παρουσιαζόμαστε στον κόσμο είναι ήδη ένας διάλογος με το περιβάλλον. Το χρώμα που διαλέγουμε το πρωί, μισοκοιμισμένοι, μπροστά στην ντουλάπα, δεν είναι απλώς μια αισθητική απόφαση. Είναι μια δήλωση για το πόσο ορατοί αντέχουμε να είμαστε εκείνη την ημέρα.
Γιατί κάποιοι έλκονται από έντονα χρώματα και άλλοι από σκούρα;
Δεν είναι σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, όσο κι αν μας αρέσει να το σκεφτόμαστε έτσι ("είμαι τύπος του μαύρου", "εγώ φοράω πάντα χρώματα"). Είναι κατάσταση της στιγμής και αλλάζει. Τα σκούρα χρώματα λειτουργούν σαν όριο: "Κρατάω απόσταση σήμερα, μην έρθετε πολύ κοντά". Τα έντονα μπορεί να είναι πρόσκληση, αλλά όχι πάντα. Κι εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον σημείο. Κάποιος μπορεί να φοράει το πιο φωτεινό, το πιο κραυγαλέο χρώμα στο δωμάτιο και ταυτόχρονα να μη θέλει να ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα με κανέναν.
Ορατότητα δεν σημαίνει προσβασιμότητα. Είναι σαν τη φύση, άλλωστε: τα πιο έντονα χρώματα σπάνια λένε "έλα κοντά". Συνήθως λένε ακριβώς το αντίθετο: "Με βλέπεις, αλλά μη με αγγίζεις".
Αλλάζουν όντως τα φωτεινά χρώματα τη διάθεσή μας;
Η δημοφιλής ψυχολογία το παρουσιάζει με έναν βολικά απλό τρόπο: βάλε κίτρινο, νιώσε χαρά, σαν να είναι το χρώμα ένα χάπι. Δεν είναι έτσι, ευτυχώς, γιατί θα ήταν και λίγο απογοητευτικό αν ήταν τόσο μηχανικό. Το χρώμα δεν δημιουργεί συναίσθημα από το πουθενά, αλλά μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα μικρό κλειδί που ανοίγει την πόρτα σε μια αλλαγή διάθεσης, αν το σώμα είναι ήδη κάπως έτοιμο γι' αυτήν.
Αν φοράω κόκκινο μια μέρα που νιώθω αόρατη, δεν είναι το κόκκινο που αλλάζει κάτι από μόνο του. Είναι η πράξη, το ότι κάτι μέσα μου αποφάσισε να φανεί, και το χρώμα απλώς το κάνει ορατό και εξωτερικά.

Η μικρή διαπραγμάτευση μπροστά στην ντουλάπα
Στέκεσαι μπροστά σε ένα κόκκινο φόρεμα, το κρατάς λίγο περισσότερο απ' όσο χρειάζεται και σκέφτεσαι: "Θα τραβήξω βλέμματα σήμερα. Το θέλω αυτό;" Αν η απάντηση είναι "ναι", το φοράς και νιώθεις μια μικρή δόση δύναμης, σχεδόν σωματική. Αν είναι όχι, το ξαναβάζεις στη θέση του, διαλέγεις κάτι πιο σκούρο και νιώθεις ανακούφιση, όχι στέρηση.
Αυτή η φαινομενικά ασήμαντη, καθημερινή στιγμή, αυτό το μισό δευτερόλεπτο μπροστά σε ένα ράφι, είναι στην ουσία μια πολύ ακριβής ρύθμιση: πόσο εκτεθειμένοι αντέχουμε να είμαστε σήμερα, χωρίς καν να το προσέχουμε συνειδητά.
Όταν το χρώμα γίνεται "στολή"
Το θέμα δεν είναι ποτέ η προτίμηση καθαυτή. Είναι η ακαμψία. Όταν κάποιος φοράει μόνο μαύρο για χρόνια, όχι από γούστο, αλλά επειδή η ίδια η ιδέα του χρώματος του προκαλεί κάτι σαν πανικό, αυτό δεν είναι πια στιλ. Είναι στολή, και οι στολές φοριούνται για έναν λόγο.
Καμία στολή δεν χτίζεται τυχαία. Κάπου, κάποτε, λειτούργησε πραγματικά. Ένα πένθος που έκανε το χρώμα να μοιάζει ασέβεια. Μια περίοδος έκθεσης που πλήγωσε, όπου το να ξεχωρίζεις σήμαινε να γίνεσαι στόχος αντί να γίνεσαι ορατός με τον καλό τρόπο. Μια εφηβεία που έμαθε ότι το αθέατο είναι ασφαλές. Το αθέατο τότε έσωσε κάτι πραγματικό. Και επειδή έσωσε κάτι, κανείς δεν ξαναγύρισε να το κοιτάξει, να αναρωτηθεί αν χρειάζεται ακόμα.
Γιατί οι άμυνες δεν είναι λάθος τη στιγμή που γεννιούνται. Είναι έξυπνες, μάλιστα, ακριβώς εκεί που χρειάζονται. Το λάθος είναι ότι μένουν φορεμένες πολύ καιρό μετά, ακόμα κι όταν αυτό που τις γέννησε έχει φύγει εδώ και χρόνια, έχει γίνει ανάμνηση και όχι απειλή.
"Θα μπορούσα σήμερα να φορέσω χρώμα;" Δεν είναι (μόνο) μια ερώτηση μόδας. Είναι μια ερώτηση για το αν αυτό που φοβόμασταν τότε ισχύει ακόμα τώρα ή αν απλώς ξεχάσαμε να το ελέγξουμε.

