Παραμονή της Εβδομάδας Υψηλής Ραπτικής και της επιστροφής του καύσωνα στο Παρίσι, ένα πλήθος ντυμένο με σκουρόχρωμα ρούχα διέσχιζε τους ήσυχους δρόμους του 17ου Διαμερίσματος. Είχαν έρθει για να παρακολουθήσουν κάτι σαν μία αναγέννηση. Γνωστός από καιρό με το προσωνύμιο "ο πρίγκιπας του σκότους" της μόδας, ο Olivier Theyskens επέστρεψε στην πασαρέλα με το Boloria—ένα brand που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά πέρυσι τον Σεπτέμβριο μέσα από ελάχιστες ασπρόμαυρες εικόνες του Willy Vanderperre.
Με μια καριέρα που εκτείνεται σε σχεδόν τρεις δεκαετίες—από το λανσάρισμα του δικού του προσωπικού brand μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή La Cambre των Βρυξελλών στα τέλη της δεκαετίας του '90, μέχρι την αναβίωση του οίκου Rochas και, μετέπειτα, την ανάληψη των ηνίων στους Nina Ricci, Theory και Azzaro.—ο γεννημένος στις Βρυξέλλες σχεδιαστής έχει συγκεντρώσει ένα φανατικό κοινό χάρη στις χαρακτηριστικές γοτθικές-ρομαντικές σιλουέτες του, οι οποίες αντλούν έμπνευση από αιώνες ενδυματολογικής ιστορίας χωρίς ποτέ να θυμίζουν κοστούμια εποχής.

"Ένα πέπλο μυστηρίου" είναι αυτό που επιδιώκει, δήλωσε στα παρασκήνια. Αυτή η φιλοσοφία εκτείνεται πολύ πέρα από τα ρούχα: χρειάστηκαν δύο χρόνια προετοιμασίας για το Boloria προτού νιώσει έτοιμος να το αποκαλύψει. Με την υποστήριξη της We Are One World, της βελγικής εταιρείας πίσω από το φεστιβάλ Tomorrowland, το brand έκανε τελικά το ντεμπούτο του εκτός του επίσημου προγράμματος σε μια μικτή παρουσίαση—ή μάλλον, σε "σιλουέτες για όλα τα φύλα", όπως ανέφεραν οι σημειώσεις του show—σηματοδοτώντας μια νέα φάση στην καριέρα του σχεδιαστή.
Γιατί το ονόμασε Boloria; "Είναι το όνομα ενός υποείδους πεταλούδας και η ονομασία δόθηκε το 1899, το οποίο για μένα είναι μια όμορφη χρονολογία γιατί ταυτίζεται με τη Βιομηχανική Επανάσταση", εξήγησε ο Theyskens. Η συλλογή- ντεμπούτο είχε τον τίτλο "Le Monde Flottant" ("Ο κόσμος που επιπλέει"), μια αναφορά στην ιαπωνική έννοια του ukiyo, που συνδέεται με την παροδικότητα και τη φευγαλέα ομορφιά. Στην πασαρέλα, οι cocoon γραμμές, οι σιλουέτες του Παλαιού Κόσμου και το πολυεπίπεδο tailoring έμοιαζαν να συγκλίνουν γύρω από την ιδέα της μεταμόρφωσης, υπό τους ήχους της industrial techno. Η παρουσίαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Lycée Carnot, ήταν βυθισμένη σχεδόν στο απόλυτο σκοτάδι, με μοναδικές φωτεινές πηγές ορισμένα light boxes. Κινούμενο κάπου ανάμεσα σε rave πάρτι και γοτθικό φλαμανδικό πίνακα, το show έκλεινε το μάτι τόσο στην underground ηλεκτρονική σκηνή του Βελγίου όσο και στην καλλιτεχνική του κληρονομιά.


Το show ξεκίνησε από το τέλος, ανοίγοντας με μια επιβλητική τουαλέτα σε χρώμα midnight-blue, όπου το δέσιμο με κόμπο στη μέση και η oversized φούστα pannier κατέληγαν σε μια μακριά ουρά, αντάξια μιας παραδοσιακής νύφης στο φινάλε ενός couture runway. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν διάφανα, ντραπέ στράπλες φορέματα από τούλι—ένα εκ των οποίων κεντημένο με μικροσκοπικά, σχεδόν σουρεαλιστικά λαμπερά ψάρια—για να ακολουθήσει ένα κυματιστό, σε γραμμή column, μεταξωτό φόρεμα σε αμμουδερή απόχρωση, με απαλό ντραπέ χαμόγελο και μακριές λωρίδες υφάσματος που έπεφταν στο πίσω μέρος.


"Η συλλογή ξεκινά με μια σεκάνς που αποτελεί ένα όνειρο από το οποίο ξυπνά ο πρωταγωνιστής", εξήγησε ο Theyskens στα παρασκήνια. Οι πρώτες σιλουέτες είναι "αλληγορίες της απεραντοσύνης, του διαστήματος και του ωκεανού… ένα όνειρο που ξεπερνά κάθε διάσταση της μικρής ανθρώπινης ύπαρξης. Και μετά ξυπνάς, και βρίσκεσαι στην πραγματικότητα της ζωής, με τα ρούχα".
Η πραγματικότητα, σε αυτή την περίπτωση, πήρε τη μορφή ενός μπρονζέ ταγιέρ με φούστα από Lurex tweed με ακατέργαστα τελειώματα, συνδυασμένο με ένα μεταλλικό ζιβάγκο. Οι ανδρικές σιλουέτες, εν τω μεταξύ, ταλαντεύονταν ανάμεσα στη μοναστηριακή ρευστότητα και το ανδρόγυνο tailoring: μια μακριά, επιβλητική μαύρη καμπαρντίνα φορεμένη πάνω από ένα μακρύ blouse-coat· λευκό σιφόν που έπεφτε ντραπέ από έναν γυμνό ώμο πάνω από ιβουάρ σατέν παντελόνι· ένα camel παλτό με τονισμένους ώμους συνδυασμένο με πιέτες που κατέληγαν μέσα από τις κάλτσες· και στενές, μακριές γραβάτες που λειτουργούσαν περισσότερο ως χρωματικές πινελιές παρά ως επίσημο neckwear, με την υπογραφή του στιλίστα Olivier Rizzo.



"Ο Olivier Theyskens είναι ένας αληθινός ρομαντικός· το συναίσθημα καθοδηγεί το έργο του. Είναι επίσης ένας αληθινός σχεδιαστής: υπάρχει τεχνική επιπέδου υψηλής ραπτικής, πραγματική προσοχή στην κοπή των πατρόν, την κατασκευή και το tailoring, καθώς και μια εξαιρετική ματιά στη λεπτομέρεια. Επιπλέον, υπάρχει μια αίσθηση αφήγησης που περικλείει κάθε look. Σήμερα, τα ρούχα του επιτρέπουν μια μορφή προβολής, μιας πολυπόθητης απόδρασης", δήλωσε η Sophie Abriat, συγγραφέας με έδρα το Παρίσι και ρεπόρτερ μόδας στο M Le Monde.
Σε μια εποχή που η Ευρώπη έχει μετατραπεί σε μια παγκόσμια οπτική γλώσσα, φιλτραρισμένη μέσα από τις φαντασιώσεις τύπου Emily in Paris και την τρέχουσα τάση του "Euro Summer" στο TikTok, ο Theyskens πρότεινε κάτι πιο συγκεκριμένο. "Είμαι μισός Βέλγος. Σκέφτομαι τις πεδιάδες της Φλάνδρας. Σκέφτομαι τις Βρυξέλλες, σκέφτομαι τη βασιλική μεγαλοπρέπεια. Υπάρχει μια συγκεκριμένη αστική τάξη (bourgeoisie), αλλά είναι πολύ διαφορετική από τη γαλλική bourgeoisie". Με τον Theyskens, η γεωγραφία αρνείται να απλοποιηθεί σε μια τουριστική καρτ ποστάλ· αντίθετα, βρίσκει τον δρόμο της μέσα από μοναδικές σχεδιαστικές κατασκευές.



Από την Alice Pfeiffer | Πηγή: Harper's Bazaar US

