Ο Christopher Kane είναι ένας από τους πιο αγαπημένους σχεδιαστές του Λονδίνου. Μέσα από το ομώνυμο brand του, συνδύασε το κιτς με την εξαιρετική δεξιοτεχνία και το χιούμορ με την υψηλή ραπτική. Είχε δημιουργήσει γύρω του μια κοινότητα αφοσιωμένων θαυμαστών, προτού αποφασίσει να κλείσει το brand του πριν από τρία χρόνια. Την ίδια στιγμή, ένα άλλο ερώτημα παρέμενε ανοιχτό: τι θα γινόταν με τη Mulberry; Ιδρυμένη το 1971 και γνωστή για τις ανθεκτικές δερμάτινες τσάντες της, που κατασκευάζονται στο Somerset της Αγγλίας, η εταιρεία βρισκόταν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι έπειτα από αρκετά χρόνια χωρίς creative director. Κριτικές όπως "υπερβολικά χαριτωμένη" και "σε ποιον ακριβώς απευθύνεται;" ακολουθούσαν το brand. Τώρα ο Kane επιστρέφει, αναλαμβάνοντας τον βρετανικό οίκο και εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή, ενώ επαναφέρει τη Mulberry στην πασαρέλα για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία.

Ο Kane παρουσίασε τη συλλογή του για την Άνοιξη/Καλοκαίρι 2027 στον χώρο Queen Elizabeth II, στους πρόποδες του Αβαείου του Westminster. "Design, design, design", μου είπε μετά το show. "Υποθέτω ότι σκέφτηκα τον Christopher Kane, αλλά στην πραγματικότητα σκεφτόμουν τη Mulberry και το πώς θα έθετα εξαρχής αυτή την πρόθεση". Τα τρία πρώτα looks —ένα δερμάτινο jacket, μια φούστα και, μαζί τους, ένα πουλόβερ και ένα swing jacket, όλα σε dove gray— ολοκληρώνονταν με γεωμετρικά τελειώματα που παρέπεμπαν στην Bayswater, ένα από τα πιο δημοφιλή μοντέλα της Mulberry. Ο Kane τα χρησιμοποίησε σχεδόν σαν ένα ξεχωριστό λογότυπο, υπενθυμίζοντας από look σε look την ιστορία του οίκου στην κατασκευή δερμάτινων ειδών και δημιουργώντας με ευφυή τρόπο μια συνεκτική οπτική γλώσσα.

Η εταιρεία διαθέτει ελάχιστα ρούχα στο αρχείο της. Αντί να αντιμετωπίσει αυτή την έλλειψη ως εμπόδιο, ο Kane την αξιοποίησε, στρεφόμενος στο πλούσιο αρχείο δερμάτινων ειδών του οίκου για να διαμορφώσει τα ready-to-wear σχέδιά του. "Η κληρονομιά ως θεμέλιο, όχι ως περιορισμός", εξήγησε. Μεγέθυνε το όνομα του brand στο μπροστινό μέρος μακριών rugby shirts και πήρε το περιστροφικό κούμπωμα της Postman —ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά στις τσάντες της Mulberry— μετατρέποντάς το σε βασικό στοιχείο σε ζώνες που συνδυάστηκαν με skinny jeans και bodysuits. Πήρε χαρακτηριστικά στοιχεία της βρετανικής αισθητικής και ανέτρεψε τους κώδικές τους, κάτι για το οποίο ήταν γνωστός και μέσα από το ομώνυμο brand του: αδιάβροχα αποκτούσαν μια σχεδόν υπερβολικά γλυκιά όψη μέσα από διάφανο πλαστικό με καρό μοτίβο· αυστηρά πουκάμισα από ποπλίνα, που θύμιζαν σχολική στολή, εμφανίστηκαν σε ανοιχτό γαλάζιο κάτω από δερμάτινο παλτό με ανάγλυφη όψη κροκό· τα anoraks μίκρυναν σε όγκο, παρουσιάστηκαν σε έντονο φωσφορίζον πορτοκαλί και φορέθηκαν με την κουκούλα σηκωμένη.

Ο Kane είναι γνωστός για το προκλητικό ready-to-wear του· στη Mulberry, όμως, οι τσάντες έχουν τον πρώτο λόγο. Σχέδια όπως οι Bayswater, Piccadilly, Lily και Alexa αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας της εταιρείας. Ο Kane έδωσε τη δική του εκδοχή στις τσάντες παίζοντας με τις διαστάσεις τους. Παρατήρησε τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούν οι δενδροκόμοι —ναι, οι δενδροκόμοι— για να δημιουργήσει την Chop, μια τσάντα εμπνευσμένη από τις θήκες στις οποίες τοποθετούν τα εργαλεία κοπής τους. Η Axe, ένα ακόμη νέο σχέδιο, είναι ένα backpack που εφαρμόζει κοντά στην πλάτη και έδινε την αίσθηση ενός μελλοντικού κλασικού σχεδίου στο οποίο ο οίκος μπορεί να επενδύσει.
Μπορεί ένας ειδικός στη φροντίδα των δέντρων να μοιάζει με ανορθόδοξη πηγή έμπνευσης για μια συλλογή μόδας, όμως εδώ η επιλογή αποκτά νόημα. Η συλλογή, με τίτλο "City, Town, Country", βασίστηκε στις αντιθέσεις της βρετανικής ζωής: το κατεστημένο και την υποκουλτούρα, το πολύτιμο και το πρακτικό, τη φύση και τη βιομηχανία. Και, όπως λέει ο Kane, "στην πραγματικότητα, όλα έχουν να κάνουν με τη δεξιοτεχνία. Με το να δείξουμε τι σημαίνει βρετανική δεξιοτεχνία, να διορθώσουμε τις λανθασμένες αντιλήψεις που υπάρχουν γύρω από αυτήν και να τη διαφυλάξουμε. Νομίζω ότι αυτό είναι πραγματικά σημαντικό".
Από τη Lynette Nylander | Πηγή: Harper's Bazaar US
