Γιώργος Παπαγεωργίου | "Δεν είναι εποχή για κλάματα ή γέλια - είναι εποχή για αφύπνιση - είναι εποχή για συσπείρωση"

Με αφορμή το "1984", ο Γιώργος Παπαγεωργίου μιλά για την τέχνη ως πολιτική πράξη, την άρνηση της αποχαύνωσης και το τι αξίζει να υπερασπιστείς σήμερα.

Είναι χειμαρρώδης με έναν τρόπο απολύτως φυσικό. Aβίαστο. Κάθε του απάντηση ρέει λες και γνώριζε από πριν την ερώτηση, λες και την είχε προβάρει oρμητικά, αλλά
χωρίς να χάνει ίχνος της αυθεντικότητας και της ευθύτητας. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου ανήκει σ’ εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που δε χωρούν σε μία ιδιότητα και δεν το επιδιώκουν. Ηθοποιός, σκηνοθέτης και μουσικός, κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά τερέν, σαν να πρόκειται για διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ανάγκης. Άλλοτε στη θεατρική σκηνή, άλλοτε με το συγκρότημά του Polkar, άλλοτε πίσω από τη σκηνοθετική γραμμή, χτίζει έργα που δε ζητούν απλώς να ακουστούν, αλλά και να σταθούν απέναντι στην εποχή τους.

Διαβάστε Επίσης


Ο λόγος του είναι βαθιά πολιτικός, αλλά καθόλου διδακτικός. Η θέση του δεν αρθρώνεται μόνο στη σκηνή, αλλά και στην καθημερινότητα: στον τρόπο που μιλά για την κόρη του Έλλη και την ανάγκη να μη μεγαλώσει σε έναν κόσμο αποχαύνωσης, βίας και ψεύτικης ασφάλειας. Αν κάτι διατρέχει τη σκέψη του, είτε μιλά για εξουσία, είτε για τέχνη, είτε για γονεϊκό ένστικτο, είναι η επιμονή στην αφύπνιση και η άρνηση να θεωρηθεί φυσιολογικό αυτό που δεν είναι ξεκάθαρα υπέρ του ανθρώπου.

Μόλις έφερε στην Αθήνα, στο θέατρο Δίπυλον, την παράσταση "1984 - Ο τελευταίος άνθρωπος" του Όργουελ, που παρουσίασε πρώτα στη Θεσσαλονίκη με απανωτά sold out – θα επιστρέψει εκεί το Πάσχα. "Είναι ένα υβρίδιο μεταξύ θεάτρου με μονόλογο και συναυλίας". Ο Γιώργος Παπαγεωργίου περιγράφει εξαρχής τη φόρμα σαν ένα πάντρεμα των ιδιοτήτων που φέρει ο ίδιος. "Αυτό ήταν μια πρόθεσή μου τα τελευταία χρόνια: να μπλέξω και τις τρεις ιδιότητες –τη σκηνοθετική, την υποκριτική και τη μουσική– σε μία παράσταση". Το "γιατί τώρα" δεν το συνδέει με την πανδημία, παρότι χρονικά η αρχή της σκέψης του συμπίπτει με την εποχή που βγαίναμε από τα lockdowns. Εκείνο που τον έσπρωξε ξανά προς τον Όργουελ είναι η πολιτική στροφή που βλέπει να γεννιέται και να μεταδίδεται σαν ασθένεια.


"Με το που άρχισα να διαπιστώνω τη μορφή που παίρνει η πολιτική κατάσταση που γεννήθηκε στην Αμερική και ήδη φουντώνει στην Ευρώπη, αυτή την ιμιτασιόν της ακροδεξιάς τάσης, κάθισα να ξαναδιαβάσω το "1984”. Αποφάσισα να το παρουσιάσω ξανά στο κοινό με τον δικό μου τρόπο" τονίζει. "Είναι μια ιστορία που με αφορά πάρα πολύ προσωπικά, έχω εμπλακεί με όλο μου το είναι". Όταν τον πιέζω να ορίσει τι σημαίνει το "με αφορά προσωπικά", που λέει, διευκρινίζει ότι δε μιλά για ψυχολογική ομολογία ούτε για αυτοαναφορικό θέατρο.

παπαγεωργίου 2

"Με αφορά ως πολίτη καθαρά". Και συνεχίζει με μια φράση-ταυτότητα: "Ως έναν αυτή τη στιγμή αφυπνισμένο πολίτη και έναν αρνητή της αποχαύνωσης. Ακριβώς αυτή ήταν η αφετηρία μου. Αρνούμαι, σε μια εποχή που δείχνει πραγματικά το πιο σκληρό της πρόσωπο στους αδύναμους, να υπάρχει μια ελίτ που δε μασάει μία και συνεχίζει τη ζωάρα της, λαμποκοπώντας και αστράφτοντας απέναντι σε ξεδοντιασμένα χαμόγελα. Αρνούμαι να συνεισφέρω στο ελάχιστο στην αδειοδότηση αυτού του μοντέλου".

Δε μασάει τις λέξεις, αλλά έχει επίγνωση ότι ο τόνος του δεν είναι εύκολος. Παρ’ όλα αυτά, επιμένει: "Δεν πιστεύω ότι είναι εποχή για γελάκια και σαπουνόφουσκες". Και αμέσως μετά, σαν να θέλει να "κλειδώσει" το συμπέρασμα, προσθέτει ότι "δεν είναι εποχή για κλάματα ή γέλια. Είναι εποχή για αφύπνιση. Είναι εποχή για συσπείρωση".

Περιγράφει τη γενιά του ως κουρασμένη, εξουθενωμένη, εγκλωβισμένη "στο κυνήγι της επιβίωσης". Μέσα σε αυτή την εξάντληση βλέπει ένα επικίνδυνο κενό αντίστασης. Και τότε ανοίγει το μεγάλο ερώτημα: Οφείλει η τέχνη να είναι πολιτική; Η απάντησή του δεν περνά από συνθήματα, αλλά από το τι θεωρεί πολιτική πράξη. Πιστεύει ότι η τέχνη μπορεί να είναι πολιτική ακόμα κι όταν μιλά για έρωτα, σώμα, μνήμη.

Αναφέρεται στον Δημήτρη Παπαϊωάννου: "Ό,τι δουλειές του έχω δει, είτε αφορούν τον έρωτα, είτε τη μοναξιά, είτε την ύπαρξη του ανθρώπου και τη μνήμη του σώματος, για μένα είναι μια πολιτική πράξη. Οτιδήποτε στέκεται με ειλικρίνεια, βάθος και διάθεση να συνομιλήσει με τον πυρήνα του ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική θέση σε μια εποχή που δε θέλει την ανθρωπιά". Μιλάει για όσα συμβαίνουν με τον ICE στις ΗΠΑ. "Υπάρχουν άνθρωποι που βγαίνουν έξω να υπερασπιστούν τον συνάνθρωπο, σκοτώνονται, στέκονται απέναντι σε μια μηχανή που ακολουθεί απλά εντολές".

Aντιδρά όταν του λένε ότι αυτά είναι περιστατικά που συμβαίνουν μακριά από εμάς. "Όποιος πιστεύει ότι αυτά είναι μακρινά και δε θα μας αγγίξουν πλανάται πλάνην οικτράν". Και προσθέτει έναν κανόνα σχεδόν ιστορικής μετάδοσης: "Έχει αποδείξει η ιστορία πως οτιδήποτε συμβαίνει στην Αμερική μετά από 10 χρόνια έρχεται στην Ελλάδα, μαθηματικά, από την κουζίνα και το φαγητό μέχρι τη μόδα και την τέχνη". Νιώθω την ανάγκη να του κάνω την ερώτηση που για κάποιους θα μπορούσε να είναι παγίδα. Θα περνούσε το ποτάμι, θα έμπαινε στην ενεργό πολιτική; Η απάντησή του είναι ειλικρινής, αν και στην αρχή μοιάζει αμυντική: "Θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο πράγμα η πολιτική".

Επισημαίνω ότι αυτή η στάση τρέφει την ελίτ που περιέγραφε νωρίτερα. Συμφωνεί, αλλά "άλλο να θέλεις ως καλλιτέχνης να αφυπνίσεις, άλλο να πρέπει να τα βάλεις με ανθρώπους που είναι κανίβαλοι και δολοφονούν χαρακτήρες και αυτή είναι η δουλειά τους". Και αφήνει ένα παράθυρο, όχι για Βουλή, αλλά για την πόλη: "Ίσως σε ένα πιο τοπικό επίπεδο, στην τοπική αυτοδιοίκηση. Αυτό θα το έκανα με μεγαλύτερη χαρά". Φέρνει ως παράδειγμα την εμπειρία του από την πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, τη δύναμη ενός δημάρχου με όραμα να αλλάξει την πόλη. Αναφέρεται στον Γιάννη Μπουτάρη: "Το είδα με τα μάτια μου, είδα πώς άλλαξε τη Θεσσαλονίκη, δεν μπορεί κάποιος να μου το πάρει πίσω".

παπαγεωργίου 3

Από το δυστοπικό σύμπαν του "1984" περνάμε στο ξενοδοχείο των ανθρώπινων σχέσεων, δηλαδή το "Hotel Amour", όπου επίσης πρωταγωνιστεί, στο Θέατρο Ακροπόλ. Εκεί επιμένει στην αξία της εναλλαγής. "Με ξεκουράζει και μου αρέσει πάρα πολύ. Η ενέργεια που παίρνω από τη δουλειά μου δεν είναι από το αν κάνω κάτι φοβερά επιτυχημένο. Είναι από την εναλλαγή: Να φεύγω από μια καθαρή δυστοπία και να πηγαίνω σε ένα ξενοδοχείο ημιδιαμονής, για να προσπαθώ να λύσω τα προβλήματα του γάμου μου που είναι σε κρίση". Και το κλείνει σχεδόν φιλοσοφικά: "Αυτό είναι η ζωή. Η ζωή δεν είναι μόνο οι μεγάλες ιδέες και οι αγώνες. Μετά την πορεία θα γυρίσεις σπίτι, θα φας, θα δεις μια ταινία, μπορεί να γίνει καβγάς, να κάνεις έρωτα. Αυτό είναι η ζωή. Γι’ αυτό μου αρέσει η εναλλαγή".

Στο "1984" καθιερώνεται η "Καινογλώσσα", που αφαιρεί λέξεις από το λεξιλόγιο των πολιτών ή αλλάζει το νόημα. Ποιες λέξεις πιστεύει ότι κινδυνεύουν περισσότερο σήμερα; "Στην παράσταση ο Σάιμ, ο γλωσσολόγος, λέει: "Για ποιον λόγο να λες τη λέξη αγάπη, ενώ μπορείς να πεις αντιμίσος;”. Νομίζω η λέξη αγάπη είναι κάτι που αυτή η ελίτ, αν μπορούσε, θα έσβηνε, για να νιώσει πολύ πιο ήσυχη".

παπαγεωργίου 4

Τον ρωτάω πώς προσπαθεί να προστατέψει τη θυγατέρα του από αυτή τη λαίλαπα που περιγράφει. "Στην παρούσα φάση είναι πολύ μικρή η Έλλη, δύο ετών, αλλά γενικά έχω στο μυαλό μου ότι δεν πρέπει να μεγαλώσει σε ένα πλαίσιο και σε έναν κόσμο που προσφέρει την ψευδαίσθηση μιας ασφάλειας και μιας χαλαρότητας. Οπότε, ναι, νομίζω ότι όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή και θα πρέπει λίγο να την προετοιμάσουμε για κάποια πράγματα, θα το κάνουμε".


Η τελευταία του σκέψη, σαν υπόσχεση προς το μέλλον, δεν είναι ηρωική. Είναι γονεϊκή και πολιτισμική ταυτόχρονα: "Προσπαθώ να αποβάλλω αποδεδειγμένα λανθασμένα πρότυπα που μας έχουν επιβληθεί και εδραιωθεί και είναι χρέος μας στις επόμενες γενιές να τα αφοπλίσουμε". Και κάπου εκεί επιστρέφει στο αρχικό του στοίχημα: όχι να καταγγείλει, αλλά να αντισταθεί στην αποχαύνωση με τέχνη που δεν κουνάει το δάχτυλο, αλλά και δε χαρίζεται.


Φωτογραφίες: Βασίλης Μαντάς
Styling: Ειρήνη Αναστασιάδη

Διαβάστε Επίσης