Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τη συχνότερη μορφή καρκίνου μεταξύ των γυναικών, επηρεάζοντας στατιστικά μία στις οκτώ γυναίκες κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Παρά την αλματώδη πρόοδο της ιατρικής επιστήμης στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία, εξακολουθούν να εγείρονται καίρια ερωτήματα γύρω από τους πραγματικούς παράγοντες κινδύνου. Ζητήσαμε από την Δρα Χάρις Π. Μάργαρη, MD, PhD, ογκολόγο παθολόγο, διευθύντρια Ογκολογικής Κλινικής, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, μέσα από 12 θεμελιώδεις ερωτήσεις, να μας αναλύσει όλα όσα οφείλουμε να γνωρίζουμε για την προστασία της υγείας μας.
1) Διαγιγνώσκεται η πλειονότητα των περιστατικών σε γυναίκες άνω των 50 ετών;
Παρά τη δικαιολογημένη ανησυχία για την αύξηση των περιστατικών σε νεότερες ηλικίες, περισσότερο από το 80% των διαγνώσεων αφορά γυναίκες άνω των 50 ετών. Η μέση ηλικία διάγνωσης της νόσου εντοπίζεται στα 64 έτη, επιβεβαιώνοντας ότι ο τακτικός προληπτικός έλεγχος παραμένει απαραίτητος σε κάθε στάδιο της ενηλικίωσης.
2) Έχει η πλειονότητα των γυναικών οικογενειακό ιστορικό ή γονιδιακή μετάλλαξη;
Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους μύθους. Στην πραγματικότητα, μόλις το 5% έως 10% των περιστατικών οφείλεται σε κάποια κληρονομήσιμη γονιδιακή μετάλλαξη, ενώ περίπου το 10% με 15% έχει συγγενή πρώτου βαθμού με ιστορικό της νόσου. Η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών που διαγιγνώσκονται δεν διαθέτει κανέναν από αυτούς τους παράγοντες.
3) Είναι τα BRCA 1 και 2 οι μόνες κληρονομικές μεταλλάξεις που ευθύνονται;
Εκτός από τα ευρέως γνωστά γονίδια BRCA, η επιστημονική κοινότητα έχει ταυτοποιήσει περίπου δώδεκα κληρονομήσιμες γονιδιακές παραλλαγές, όπως τα γονίδια PALB2, CHEK2 και TP53. Οι μεταλλάξεις αυτές δεν σχετίζονται αποκλειστικά με τον καρκίνο του μαστού, αλλά ενδέχεται να αυξάνουν τον κίνδυνο και για άλλες μορφές καρκίνου, όπως των ωοθηκών, του παγκρέατος και του προστάτη.
4) Ποιοι παράγοντες του τρόπου ζωής αυξάνουν τον κίνδυνο;
Η συστηματική κατανάλωση αλκοόλ και το κάπνισμα προκαλούν βλάβες στο DNA και φλεγμονές, διευκολύνοντας την ανεξέλεγκτη κυτταρική ανάπτυξη. Παράλληλα, το αλκοόλ και η παχυσαρκία μετά την εμμηνόπαυση σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα οιστρογόνων, τα οποία τροφοδοτούν συγκεκριμένους τύπους καρκίνου. Αντίθετα, η τακτική σωματική άσκηση δρά προστατευτικά, συμβάλλοντας στη μείωση των ορμονικών επιπέδων.
5) Πώς επηρεάζει ο πυκνός μαστικός ιστός την πρόληψη;
Περίπου οι μισές γυναίκες διαθέτουν πυκνούς μαστούς, γεγονός που συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφανίσεως της νόσου. Επιπλέον, ο πυκνός ιστός απεικονίζεται λευκός στη μαστογραφία, όπως ακριβώς και οι όγκοι, καθιστώντας τη διάγνωση πιο σύνθετη. Για τον λόγο αυτό, οι απεικονιστικές αναφορές ενημερώνουν πλέον επισήμως τις γυναίκες για τη δομή του μαστού τους.
6) Αποτελεί το Στάδιο 1 την αρχική μορφή του καρκίνου του μαστού;
Πριν από το Στάδιο 1 υπάρχει το Στάδιο 0, γνωστό ως πορογενές καρκίνωμα in situ (DCIS). Πρόκειται για την παρουσία παθολογικών κυττάρων στους γαλακτοφόρους πόρους χωρίς επέκταση στον παρακείμενο ιστό. Αν και θεωρείται μη διηθητική μορφή, απαιτεί παρακολούθηση, παρόλο που η πλειονότητα των γυναικών με DCIS δεν αναπτύσσει διηθητικό καρκίνο.
7) Πόσο συχνά εμφανίζονται ψευδώς θετικά αποτελέσματα στη μαστογραφία;
Μετά από έναν μεμονωμένο μαστογραφικό έλεγχο, περίπου 1 στις 10 γυναίκες θα λάβει ένα ψευδώς θετικό αποτέλεσμα που απαιτεί περαιτέρω εξετάσεις ή βιοψία. Σε βάθος δεκαετίας ετήσιου ελέγχου, τουλάχιστον οι μισές γυναίκες θα κληθούν να διαχειριστούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το οποίο είναι συχνότερο στις ηλικίες 40 έως 49 ετών.
8) Υπάρχουν φυλετικές διαφοροποιήσεις στα ποσοστά επίπτωσης και θνησιμότητας;
Παρόλο που οι μαύρες γυναίκες εμφανίζουν στατιστικά χαμηλότερα ποσοστά επίπτωσης σε σύγκριση με τις λευκές γυναίκες, παρουσιάζουν 38% υψηλότερη θνησιμότητα. Αυτό οφείλεται τόσο σε καθυστερήσεις στη διάγνωση και περιορισμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας όσο και στη μεγαλύτερη συχνότητα του τριπλά αρνητικού καρκίνου του μαστού, μιας ιδιαίτερα επιθετικής μορφής της νόσου.
9) Ποια είναι τα βασικότερα συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοήσουμε;
Εκτός από την ψηλαφητή διόγκωση στον μαστό ή τη μασχάλη, στα συμπτώματα περιλαμβάνονται οι αλλαγές στη μορφολογία της θηλής, η μη φυσιολογική έκκριση υγρού και οι αλλοιώσεις στο δέρμα. Η αναγνώριση δερματικών αλλαγών, όπως η ερυθρότητα, το οίδημα ή η όψη φλοιού πορτοκαλιού, είναι καθοριστική για την έγκαιρη διάγνωση του φλεγμονώδους καρκίνου του μαστού.
10) Ποια είναι η πραγματική σχέση της ορμονοθεραπείας εμμηνόπαυσης με τη νόσο;
Η σχέση αυτή είναι σύνθετη και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Οι παλαιότερες αναφορές του 2002 που ενοχοποιούσαν συλλήβδην τη θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης έχουν επανεκτιμηθεί από τη σύγχρονη επιστήμη, καθώς ο βαθμός κινδύνου ποικίλλει ανάλογα με το είδος της θεραπείας, τη διάρκεια λήψης και την ηλικία έναρξης.
11) Πώς επηρεάζει η εγκυμοσύνη τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο;
Η εγκυμοσύνη παρουσιάζει διττή επίδραση. Στα πρώτα 5 έως 10 χρόνια μετά τον τοκετό, τα ποσοστά κινδύνου αυξάνονται ελαφρώς λόγω των έντονων ορμονικών μεταβολών. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η κυοφορία δρά προστατευτικά, ιδιαίτερα για γυναίκες που απέκτησαν το πρώτο τους παιδί πριν τα 25 έτη, ενώ ανάλογη προστατευτική δράση προσφέρει και ο θηλασμός.
12) Ποια είναι τα σημερινά ποσοστά πενταετούς επιβίωσης;
Τα επιστημονικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Το συνολικό πενταετές ποσοστό σχετικής επιβίωσης για όλα τα στάδια ανέρχεται στο 91%. Για τις περιπτώσεις όπου η νόσος διαγιγνώσκεται σε αρχικό στάδιο και δεν έχει επεκταθεί, το ποσοστό επιβίωσης ξεπερνά το 99%, αποδεικνύοντας τη θεμελιώδη σημασία της πρόληψης και της έγκαιρης διάγνωσης.
Ευχαριστούμε για τις πληροφορίες την Δρ Χάρις Π. Μάργαρη, MD, PhD, ογκολόγο παθολόγο, διευθύντρια Ογκολογικής Κλινικής, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών (www.margarioncology.gr).