Θα πίστευε κανείς ότι η haute couture αποτελεί ένα είδος ιερής τελετουργίας, αν κρίνει από την ευλάβια με τον οποία αντιμετωπίζεται αλλά και από τις έντονες αντιδράσεις που προκαλεί κάθε φορά που οι γνώστες της θεωρούν ότι μια συλλογή δεν ανταποκρίνεται στα υψηλά της πρότυπα. Από τεχνικής άποψης, μόνο ελάχιστοι οίκοι μόδας έχουν το δικαίωμα να χαρακτηρίζουν τις συλλογές τους haute couture. Οι αυστηροί κανόνες που διέπουν τον θεσμό —και τους οποίους οι Γάλλοι τηρούν με ιδιαίτερη σχολαστικότητα— είναι εκείνοι που διατηρούν αυτή την κορυφαία βαθμίδα της μόδας τόσο αποκλειστική.
Το ιδιαίτερα αυστηρό Chambre Syndicale de la Haute Couture ορίζει ότι κάθε δημιουργία πρέπει να κατασκευάζεται κατά παραγγελία και εξ ολοκλήρου στο χέρι —στο Παρίσι, φυσικά— ενώ είναι απαραίτητο να πραγματοποιείται τουλάχιστον μία πρόβα επάνω στην ίδια την πελάτισσα. Έτσι διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρξουν ποτέ δύο γυναίκες που θα αποκτήσουν ακριβώς το ίδιο couture ένδυμα. Οτιδήποτε δεν πληροί αυτές τις σχεδόν στρατιωτικής ακρίβειας προϋποθέσεις, αλλά εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον όρο haute couture, μοιάζει σχεδόν να αξίζει... λαιμητόμο.
Υπάρχει, όμως, και κάτι που συχνά ξεχνάμε: η Haute Couture μπορεί να είναι διασκεδαστική. Κανείς δεν το γνώριζε καλύτερα από τον Jean Paul Gaultier, που εδώ και χρόνια διατηρεί τον χαρακτηρισιμό "enfant terrible της μόδας" [σ.σ.: "το τρομερό παιδί της μόδα"]. Το γνωρίζει πλέον και ο Duran Lantink, ο πρώτος μόνιμος καλλιτεχνικός διευθυντής στην ιστορία του οίκου, τον οποίο επέλεξε προσωπικά ο ίδιος ο Gaultier.

Για την πρώτη του couture συλλογή, ο Ολλανδός σχεδιαστής παρουσίασε ακριβώς εκείνη τη δημιουργική αυθάδεια που τον έκανε να ξεχωρίσει εξαρχής. Σιλουέτες εμπνευσμένες από τον σουρεαλισμό, χιούμορ που δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά και μια σχεδόν αρχιτεκτονική αντίληψη της couture συνδυάστηκαν σε μια συλλογή όπου ακόμη και οι πιο ανατρεπτικές ιδέες έμοιαζαν απολύτως φυσικές πάνω στην couture πασαρέλα. "Η couture είναι πολύ σημαντική γιατί σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα από μια νέα οπτική", δήλωσε ο Lantink μετά το τέλος της επίδειξης, έχοντας στο πλευρό του τις Teyana Taylor και Cardi B. "Γιορτάζεις τη δεξιοτεχνία, τον πειραματισμό και προσπαθείς να ανακαλύψεις μια νέα σιλουέτα. Πρέπει να σε συναρπάζει."

Όπως εξήγησε, αφετηρία της avant-garde συλλογής του αποτέλεσε μια επιστροφή στις απαρχές της haute couture, στον 18ο αιώνα και στις μορφές του Λουδοβίκου ΙΔ' και της Μαρίας Αντουανέτας. "Εκείνη, ιδιαίτερα, ήξερε να καταλαμβάνει τον χώρο με αυτά τα τεράστια φορέματα και ήθελα να περιστρέψω αυτές τις σιλουέτες και να τις μεταφέρω σε διαφορετικά σημεία του σώματος." Το αποτέλεσμα ήταν αθλητικά parkas και sculptural φορέματα από τα οποία ξεχύνονταν όγκοι τούλι, σχεδόν σαν να είχαν ξεπηδήσει από κάποιο σουρεαλιστικό σκίτσο. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η συλλογή αντλούσε διακριτικές αναφορές από μερικές από τις πιο εμβληματικές μορφές της haute couture: τις μικροσκοπικές πιέτες της Madame Grès, τις κορσέ κατασκευές του Charles James και, φυσικά, την αστείρευτη ενέργεια με την οποία ο Jean Paul Gaultier έφερε το streetwear στην υψηλή ραπτική.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Lantink και στα χαρακτηριστικά πλεκτά του Jean Paul Gaultier, τα οποία επανερμήνευσε σε υπερμεγέθεις, σωληνωτές σιλουέτες. Τα φορέματα και οι γλυπτικές κατασκευές έμοιαζαν σχεδόν σαν να παρατηρούσε κανείς την πλέξη ενός πουλόβερ μέσα από μικροσκόπιο. Ένα από αυτά, σε έντονο ροζ με φτερά, θύμιζε περισσότερο φλαμίνγκο παρά πλεκτό ένδυμα.
Γνωστός για τη σταθερή προσήλωσή του στην επαναχρησιμοποίηση υλικών, ο σχεδιαστής αναζήτησε έμπνευση στα αρχεία του οίκου, αξιοποιώντας υφάσματα από αδιάθετα αποθέματα προηγούμενων συλλογών του Jean Paul Gaultier. Δερμάτινα κομμάτια ενώθηκαν σε ένα patchwork biker σύνολο με ρευστές γραμμές, ενώ μάλλινα υφάσματα μεταμορφώθηκαν σε κοστούμια με γιακάδες που κατέληγαν σε πυραμιδοειδείς αιχμές.
Στη συλλογή έκανε επίσης την εμφάνισή της μια νέα εκδοχή του ανδρικού bodysuit που είχε παρουσιάσει παλαιότερα για το προσωπικό του brand και είχε γίνει viral. Αυτή τη φορά, όμως, το σχέδιο έμοιαζε παραμορφωμένο, σαν να είχε προηγηθεί μια λανθασμένη επεξεργασία σε εφαρμογή ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας. Οι σωληνωτές και κωνικές σιλουέτες —ορισμένες από τις οποίες έμοιαζαν να έχουν αποκτήσει σχεδόν υπεράνθρωπες αναλογίες— αποδόθηκαν μέσα από όλη τη δεξιοτεχνία της couture: βελούδινα μπροκάρ, duchesse σατέν, φτερά, παγιέτες και κεντήματα από χάντρες τύπου caviar συνέθεσαν ένα αποτέλεσμα υψηλής δεξιοτεχνίας. Σχεδόν κάθε εμφάνιση, ωστόσο, περιλάμβανε μια λεπτομέρεια που ανέτρεπε τη σοβαρότητα της κλασικής υψηλής ραπτικής, είτε μέσα από εφέ trompe-l'œil είτε μέσα από σιλουέτες τόσο υπερβολικές ώστε ξεπερνούσαν το oversized και άγγιζαν τα όρια του χιουμοριστικού.

"Είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος δουλειάς", εξήγησε ο Lantink. "Μπορεί να ξεκινήσεις από μια καλή ιδέα και η ομάδα να εργάζεται πάνω της μέχρι την τελευταία στιγμή, χωρίς να γνωρίζεις ποτέ με βεβαιότητα αν τελικά θα λειτουργήσει. Παρακολουθώντας αυτή την επίδειξη, που πραγματοποιήθηκε σε έναν λιτό, ολόλευκο χώρο με αισθητική που παρέπεμπε σε διαστημόπλοιο, χωρίς τίποτα να αποσπά την προσοχή από τις έντονα αρχιτεκτονικές δημιουργίες, γινόταν σαφές ότι ο Ολλανδός σχεδιαστής διαθέτει έμφυτη σχέση με την couture ραπτική.
Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που ένας τόσο νέος δημιουργός έδινε νέα πνοή στην Εβδομάδα Haute Couture —κάτι που στο παρελθόν είχαν καταφέρει σχεδιαστές όπως ο John Galliano και ο Alexander McQueen. Η πρώτη couture συλλογή του Duran Lantink επιβεβαίωσε ότι η couture απέκτησε τον νέο μεγάλο της προβοκάτορα.
Από την Osman Ahmed | Πηγή: Harper's Bazaar US







